ΑΠΟΨΕΙΣ

Καλές οι αποκαλύψεις, αναγκαία η δράση

Θα γίνει κάτι ή θα μείνει μια κακή ανάμνηση; Η καταγγελία της Σοφίας Μπεκατώρου έφερε θυμό, αντιδράσεις, κύμα συμπαράστασης, διαβεβαιώσεις ότι «θα φτάσει το μαχαίρι στο κόκαλο», παροτρύνσεις σε όλες και όλους να βγουν μπροστά και να μιλήσουν ανοιχτά. Θα έχει διάρκεια και ουσία όλο αυτό ή θα ξεθυμάνει μόλις κάτι άλλο αποσπάσει την –εφήμερη– προσοχή της κοινής γνώμης; 

Οπως φαίνεται από όσα μέχρι σήμερα έχουν γίνει γνωστά, τα περιστατικά κακοποίησης πάσης φύσεως ήταν κάτι σαν κοινό μυστικό στους ανθρώπους που κινούνταν στον χώρο της ιστιοπλοΐας. Οπως σαν κοινό μυστικό διακινούνται και σε άλλους χώρους. Σχεδόν όλοι κάτι έχουν ακούσει για κάποιον που καταχράται την όποια θέση εξουσίας ή ευθύνης και, στην καλύτερη περίπτωση, παρενοχλεί ή, όχι σπάνια, κακοποιεί: σωματικά, συναισθηματικά, ψυχολογικά, με λόγια, απειλές ή πράξεις. Με αφορμή την καταγγελία της Σοφίας Μπεκατώρου, οι ψίθυροι αναβιώνουν και να που άρχισαν στόματα να ανοίγουν. Λίγα, όμως, σε σχέση με αυτό που όλοι υποπτευόμαστε ότι είναι η πραγματική έκταση της κακοποίησης. Η αντιμετώπιση που από ορισμένους εισπράττει ήδη η Μπεκατώρου είναι ένας —ίσως ο πιο προφανής– λόγος του παραπετάσματος σιωπής: ο φόβος μιας δεύτερης κακοποίησης, ενός δημόσιου διασυρμού.

Ανεξαρτήτως, πάντως, της πορείας που θα λάβουν η έρευνα και οι αποκαλύψεις για όσα ψιθυρίζονται, είναι προτεραιότητα η προσπάθεια να διασφαλιστεί ότι δεν θα εξακολουθήσουν να επαναλαμβάνονται στο μέλλον ανάλογες κακοποιητικές καταστάσεις. Οι αποκαλύψεις, όχι μόνον αυτές που βλέπουν το φως της δημοσιότητας στη χώρα μας τις τελευταίες ημέρες, αλλά διεθνώς, για χρόνια ολόκληρα, δείχνουν ότι στον χώρο του αθλητισμού τα περιστατικά κακοποίησης είναι πάρα πολλά, με θύματα μάλιστα παιδιά. Συγκλονιστικές μαρτυρίες και καταγγελίες, μέχρι και βιβλία, από πρωταθλητές παγκόσμιας κλάσης, που κάποια στιγμή βρίσκουν το θάρρος να μιλήσουν και αποκαλύπτουν τεράστια αθλιότητα πίσω από τα μετάλλια και τα βάθρα.

Οποιος έχει ασχοληθεί με τον αθλητισμό κάπως συστηματικά, γνωρίζει τους ισχυρούς δεσμούς που αναπτύσσονται ανάμεσα σε προπονητές, αθλιάτρους, φυσικοθεραπευτές, ανάμεσα στο τιμ κάθε συλλόγου και στους αθλητές. «Πολλές φορές τα παιδιά βάζουν τον προπονητή πάνω και από τον γονιό», μου έλεγε χαρακτηριστικά συνάδελφος, μητέρα τριών παιδιών, σε συζήτηση που είχαμε με αφορμή την υπόθεση Μπεκατώρου. Είναι αυτή η σχέση τυφλής εμπιστοσύνης, που δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για εκείνους που λειτουργούν κακοποιητικά. Και το μεγάλο ζήτημα είναι πώς μπορεί να μπει αυτή η σχέση σε ένα πλαίσιο, που θα περιορίζει την πιθανότητα τέτοιας δράσης. Που θα εμποδίζει την ανύψωση τείχους σιωπής που κάνει παιδιά και εφήβους να διστάζουν να μιλήσουν ακόμη και στην οικογένειά τους για όσα υφίστανται.

Απαιτείται ενεργοποίηση ειδικών, ψυχολόγων ενδεχομένως, που θα έχουν συστηματική παρουσία ως κομμάτι της δραστηριότητας των πάσης φύσεως σωματείων; Υπάρχουν πιο ειδικοί που μπορούν να προτείνουν δράσεις και πιθανές παρεμβάσεις. Το βέβαιο είναι ότι κάτι θα πρέπει να αλλάξει για να μη δούμε και άλλες Σοφίες στο μέλλον και να μη μένουμε στα αενάως επαναλαμβανόμενα «σοκ της κοινής γνώμης» από την παγιωμένη αδράνεια.