ΑΠΟΨΕΙΣ

Επενδυτές που περιφρονούν την εταιρική διακυβέρνηση

Κάποιοι είχαν δυσανασχετήσει επειδή ένα από τα πρώτα νομοθετήματα της σημερινής κυβέρνησης ήταν το νομοσχέδιο για την εταιρική διακυβέρνηση. Ισως ακόμη γκρινιάζουν, επειδή με τον νόμο αυτόν εκτός από την υιοθέτηση ευρωπαϊκών κανονισμών επιβλήθηκαν και ρυθμίσεις όπως η αναγκαστική συμμετοχή γυναικών στα διοικητικά συμβούλια εισηγμένων εταιρειών, σε ποσοστό 25%.

Είναι βέβαιον όμως ότι το επόμενο τετράμηνο οι περισσότερες εισηγμένες εταιρείες θα αναγκαστούν να προσαρμοστούν στις προβλέψεις ενός νόμου που επιβάλλει όσα ισχύουν στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες, τις αρχές εταιρικής διακυβέρνησης.

Ο λόγος που η πρακτική αυτή δεν είναι δημοφιλής στην Ελλάδα, οφείλεται στην κατεστημένη νοοτροπία. Προτιμάμε είτε την αυθεντία του ενός είτε τη διευθέτηση θεμάτων με αδιαφάνεια, χωρίς να συζητούνται ανοικτά τα «γιατί» και τα «πώς» κάθε επιλογής. Το πρόσχημα είναι ότι κινδυνεύει η αποτελεσματικότητα όταν οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται από τα διοικητικά συμβούλια, που πρέπει να πεισθούν.

Τα δέκα, τουλάχιστον, τελευταία χρόνια, η ελληνική οικονομία βρέθηκε για διάφορους λόγους έξω από τα δρώμενα της διεθνούς αγοράς και πρέπει να συνεχίσει την προσπάθεια που καταβάλλεται ώστε να επανενταχθεί. Και για να πετύχει τον στόχο αυτό, να προσελκύσει κεφάλαια και να ενισχύσει τη συνολική παραγωγικότητά της, χρειάζεται ενέσεις αξιοπιστίας. Να πείσει ότι η επιχειρηματική δραστηριότητα ανταποκρίνεται σε ορθές πρακτικές.

Το παράδοξο που αγνοείται συχνά είναι ότι η ίδια αναγκαιότητα υπάρχει και όσον αφορά τον δημόσιο τομέα. Παρά τα βήματα προόδου που έγιναν, κυρίως επειδή επιβλήθηκαν από τους πιστωτές της χώρας, υπάρχει η αίσθηση ότι πολλοί κανόνες περιορίζουν την εμβέλεια των «πολιτικών αποφάσεων», που στην πραγματικότητα είναι εις βάρος της πολιτικής (ορθών) αποφάσεων.

Το βαθύτερο πρόβλημα είναι ότι τόσο στον ιδιωτικό τομέα όσο και στον δημόσιο αυτοί που έχουν την εκτελεστική εξουσία δεν θέλουν να απαιτείται να πείσουν για τα αίτια της πρότασής τους. Πολλοί επειδή έχουν μεγάλη εμπιστοσύνη στην άποψή τους, άλλοι (ελπίζουμε λιγότεροι) επειδή θέλουν να κρύψουν ορισμένα πράγματα. Οποιο και αν είναι το κίνητρο, το αποτέλεσμα είναι ίδιο, η υποβάθμιση της διακυβέρνησης.

Ευτυχώς το επόμενο διάστημα οι εισηγμένες εταιρείες θα υλοποιήσουν αναγκαστικά τη νέα νομοθεσία. Αν υπήρχε τα προηγούμενα χρόνια, πολλά από τα σκάνδαλα που απασχόλησαν την κοινή γνώμη δεν θα είχαν συμβεί.

Παρά την πρόοδο, όμως, ο δείκτης ποιότητας διακυβέρνησης που καταρτίζει η διεθνής εταιρεία ISS εμφανίζει την Ελλάδα στο τέλος του ευρωπαϊκού καταλόγου, πολύ πίσω από χώρες όπως η Ισπανία, η Ιταλία, η Πορτογαλία. Και επειδή οι κατάλογοι αυτοί εξειδικεύονται και σε κατάταξη εταιρειών, πολλές από τις γνωστές, σημαντικές, μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις εμφανίζονται με αρνητική βαθμολογία. Και αυτό επειδή δεν έχουν τρόπο λειτουργίας που συνάδει με τις ορθές πρακτικές, με διοικητικά συμβούλια στα οποία γίνονται ουσιαστικές συζητήσεις, με πλήρη λειτουργία επιτροπών του Δ.Σ. που εισηγούνται και ελέγχουν, με αξιολόγηση των επιλογών του πανίσχυρου προέδρου ή διευθύνοντος συμβούλου.

Αξίζει ωστόσο να επισημανθεί ότι η πιστή τήρηση των αρχών αυτών δεν επιβάλλεται για λόγους ηθικούς ή δεοντολογικούς. Ολο και περισσότερα κεφάλαια τοποθετούνται σε κατευθύνσεις που σέβονται την εταιρική διακυβέρνηση, επειδή αναζητούν σταθερότητα. Και είναι επενδυτικοί οίκοι που εξυπηρετούν μακροχρόνιους επενδυτές, με την ανάλογη ποιότητα. Φυσικά ακόμη και σε χώρες ή και εταιρείες που δεν τηρούν καμία αρχή εταιρικής διακυβέρνησης μπορούν να βρεθούν επενδυτές, με τη διαφορά όμως ότι θα είναι αντίστοιχης ποιότητας. Είναι αυτοί που δεν θέλουμε.