ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Τραμπ, το Twitter και ο Τζον Στιούαρτ Μιλ

Τις τελευταίες μέρες της εξουσίας του, ο τέως πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών δεν μπορούσε να κάνει κάτι το οποίο είχαν τη δυνατότητα σχεδόν όλοι οι συμπολίτες του: Να μπει στο Twitter ή στο Facebook. Δεν πρόλαβαν να ανακουφιστούν οι οθόνες μας από την απουσία των αναρτήσεων του Τραμπ και γέμισαν με άρθρα που επιχειρηματολογούν πως εδώ έχουμε να κάνουμε με μια κατάφωρη παραβίαση της ελευθερίας του λόγου, και μάλιστα από ιδιωτικές εταιρείες. Υπήρξαν βέβαια και αυτοί που χειροκρότησαν τον αποκλεισμό του Τραμπ, ψέγοντας τις εταιρείες κοινωνικής δικτύωσης που δεν τον είχαν αποβάλει νωρίτερα, αφού είχε παραβιάσει τους όρους χρήσης των εν λόγω δικτύων επανειλημμένως στο παρελθόν. Ποιος από τους δύο είχε δίκιο;

Η συζήτηση για την ελευθερία του λόγου και τα όριά της δεν είναι καινούργια. To 1859, στο βιβλίο του «Περί Ελευθερίας», ο Αγγλος φιλόσοφος Τζον Στιούαρτ Μιλ παρέθεσε την πιο γνωστή υπεράσπιση της ελευθερίας του λόγου. Ο Μιλ πίστευε ακράδαντα πως ο περιορισμός της ελευθερίας της έκφρασης μόνο αρνητικά αποτελέσματα θα μπορούσε να έχει για την κοινωνία. Ενα από τα επιχειρήματα, κατά τον Μιλ, ήταν πως η ελευθερία του λόγου θα βοηθούσε στην επίτευξη της αλήθειας. Οταν φιμώνουμε την έκφραση μιας άποψης, όσο περιθωριακή και ηθικά αποκρουστική κι αν είναι, δεν μπορούμε να είμαστε απολύτως σίγουροι πως δεν φιμώνουμε την αλήθεια, υποστήριζε ο Μιλ. Ομως, ακόμα κι αν η εν λόγω άποψη δεν είναι αληθής, πάλι επωφελείται η κοινωνία από την έκφρασή της, κατά τον Μιλ, διότι μέσω της αντιπαράθεσης, η αλήθεια βγαίνει νικήτρια και εντυπώνεται στις συνειδήσεις των ανθρώπων πιο έντονα. Αντέχουν, όμως, τα επιχειρήματα του Μιλ στην εποχή του Διαδικτύου και των fake news;

Μια έρευνα του πανεπιστημίου του MIT μας δίνει λόγους να διαφωνούμε. Σύμφωνα με τα αποτελέσματά της, οι ψευδείς ειδήσεις ταξιδεύουν πιο γρήγορα και πιο μακριά στο Διαδίκτυο από τις αληθινές ειδήσεις. Οταν, λοιπόν, περισσότεροι άνθρωποι διαβάζουν μια ψευδή είδηση παρά τη διάψευσή της (και υπάρχουν ειδήσεις για τις οποίες μπορούμε να είμαστε βέβαιοι πως είναι ψευδείς), η αλήθεια μάλλον βγαίνει χαμένη. Ομως και πάλι ο Μιλ θα συνέχιζε να υπερασπίζεται την ελευθερία της έκφρασης. Για τον Μιλ, η αρχή της ελευθερίας του λόγου ήταν υποπερίπτωση μιας γενικότερης αρχής: της αρχής της βλάβης. Σύμφωνα με αυτήν την αρχή, το κράτος επιτρέπεται να περιορίσει την ελευθερία μας μόνο όταν η συμπεριφορά μας προκαλεί βλάβη σε άλλους. Ετσι και με τον λόγο μας: πρέπει να απολαμβάνει πλήρη ελευθερία, εκτός από τις περιπτώσεις που τα λόγια μας μπορούν να επιφέρουν κάποια σοβαρή βλάβη σε τρίτους. Το παράδειγμα που φέρνει ο Μιλ είναι η αιτία που θα μπορούσε να παροτρύνει σε βίαιες πράξεις ένα εξαγριωμένο πλήθος.

Ο Μιλ αναγνώρισε κάτι σημαντικό επιτρέποντας αυτή την εξαίρεση: Ο λόγος μας μερικές φορές δεν εκφράζει απλώς απόψεις, κάνει κάτι άλλο. Η φιλοσοφία της γλώσσας έπρεπε να περιμένει τον Βρετανό φιλόσοφο Τζ. Λ. Οστιν για να εξηγήσει τι ήταν αυτό το άλλο. Στο βιβλίο του «Πώς να κάνουμε πράγματα με τις λέξεις», παρατήρησε πως συχνά οι λέξεις μας δεν «οδηγούν» απλώς σε πράξεις – οι λέξεις οι ίδιες «είναι» πράξεις. Οταν, για παράδειγμα, λέω «δέχομαι» στην τελετή του γάμου μου, δεν εκφέρω κάποια άποψη η οποία έχει συνέπειες, παντρεύομαι! Ή όταν η βασίλισσα της Μεγάλης Βρετανίας, σπάζοντας ένα μπουκάλι σαμπάνιας πάνω στην πλώρη ενός πλοίου λέει: «Ονομάζω αυτό το πλοίο “Βασίλισσα Ελισάβετ”», τα λόγια της «κάνουν» κάτι: βαφτίζουν το πλοίο. Οι λέξεις μας, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, είναι πράξεις.

Ας επιστρέψουμε, όμως, στον Τραμπ. Τα λόγια του τέως προέδρου, που οδήγησαν το Twitter να κλείσει τον λογαριασμό του φαίνονται αρκετά αθώα, ειδικά σε σχέση με ό,τι έχει γράψει στο παρελθόν. Σε μία από τις επίμαχες αναρτήσεις του αναφέρει απλώς πως δεν πρόκειται να παραστεί στην τελετή ορκωμοσίας του Μπάιντεν. Ομως, οι οπαδοί τού Τραμπ, όπως εξηγεί το η πλατφόρμα, δεν φαίνεται να ερμήνευσαν τα λόγια του ως μια απλή ενημέρωση. Οι διατυπώσεις του Τραμπ «έκαναν» κάτι: έδιναν το πράσινο φως για περαιτέρω βιαιοπραγίες την ημέρα της ορκωμοσίας.

Η εξαίρεση που προέβλεπε ο Μιλ για τον περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης, στην περίπτωση που ο λόγος κάποιου παρακινούσε σε βία, επέτρεπε την κρατική παρέμβαση και τιμωρία. Ο αποκλεισμός από τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης είναι αμελητέος μπροστά στις νομικές κυρώσεις. Και εφόσον ο Τραμπ φαίνεται να είναι (για πόσο ακόμα;) υπεράνω οποιουδήποτε νόμου, ας μην είναι τουλάχιστον υπεράνω των κανόνων χρήσης του Τwitter.
 
* Ο κ. Αλέξης Παπάζογλου είναι διδάκτωρ Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου του Cambridge. Το βιβλίο του «Καθημερινή Φιλοσοφία: Πέντε μαθήματα από την εποχή μας» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος. Είναι δημιουργός του καινούργιου podcast «The Philosopher & The News», όπου σύγχρονοι φιλόσοφοι αναλύουν την επικαιρότητα.