ΑΠΟΨΕΙΣ

Η κούραση και το κουράγιο

Είμαστε όλοι ελαφρώς «στα κάγκελα» ή έχουμε γονατίσει από τη μελαγχολία. Εχουμε κουραστεί με τις στερήσεις της πανδημίας, αν και, οφείλω να πω, με όσους φίλους, γνωστούς και συνεργάτες συνομιλώ (στο τηλέφωνο…) τηρούν όλα τα μέτρα. 

Ολους αυτούς τους μήνες, δοκιμάσαμε κάθε είδους γαστριμαργικό πειραματισμό στην κουζίνα, διακοσμήσαμε αλλιώς το σπίτι, ανάψαμε κεριά για να κάνουμε ατμόσφαιρα, παίξαμε επιτραπέζια και ηλεκτρονικά παιχνίδια με τα παιδιά μας, ξεψαχνίσαμε όλες τις τηλεοπτικές πλατφόρμες (ό,τι εκπομπή υπάρχει με νέα σπίτια υπό ανέγερση, παράξενα και θαυμαστά σπίτια ανά τον πλανήτη, χαλασμένα σπίτια που χρειάζονται ανακαίνιση κ.ο.κ.), γυμναστήκαμε και κάναμε γιόγκα στο σαλόνι – ε, δεν αντέχουμε άλλο: θέλουμε να φάμε και να πιούμε με φίλους, να πάμε σινεμά ή θέατρο, να αγκαλιαστούμε και να φιληθούμε. Το πιο απλό; Θέλουμε να πάμε έναν περίπατο ΧΩΡΙΣ μάσκα.

Δεν θα το κάνουμε φυσικά, αφενός επειδή πρέπει να κάνουμε αυτό που πρέπει να κάνουμε και επειδή φοβόμαστε. 

Κάποιοι (όχι λίγοι) αναλογιζόμαστε τους νεκρούς και τους ανθρώπους που έχασαν τους δικούς τους εξαιτίας της πανδημίας. Παίρνουμε τότε μια βαθιά ανάσα και συνεχίζουμε…

Πόσο άλλαξαν όλα, ε; Εως το 2008 περίπου, ο κόσμος (ο δυτικός κόσμος, έστω) έμοιαζε να βρίσκεται χαμένος μέσα σε ένα ροζ συννεφάκι. 

Ετσι το βιώναμε τότε; Οχι, βέβαια! Ολο και κάποια γκρίνια, δυσφορία ή δυσαρέσκεια μας έτρωγε. Εδώ, στη χώρα μας, θυμάμαι τα τηλεοπτικά ρεπορτάζ κάθε Πάσχα: ο ρεπόρτερ ρωτούσε επισκέπτες στην κρεαταγορά πόσο αντέχει το περίφημο «καλάθι της νοικοκυράς». Οι αποκρίσεις, κάθε, μα κάθε, φορά, ήταν πανομοιότυπες: «Κάθε χρόνο και χειρότερα», έλεγαν όλοι έξαλλοι. Πότε; Το 2002, το 2003, το 2004, το 2005, το 2006 κτλ., τις εποχές των λεγόμενων παχειών αγελάδων δηλαδή…

Δώδεκα χρόνια μετά, έπειτα από μια δεκαετή (και πλέον) οικονομική κρίση, ήρθε η πανδημία για να δώσει τη χαριστική βολή στα νεύρα μιας γενιάς (όχι μόνο μιας…) η οποία στην ουσία δεν είχε δοκιμαστεί, δεν είχε ταλαιπωρηθεί, δεν είχε ουσιαστική αγωνία επιβίωσης. Είχε αγωνία βιοπορισμού, όχι επιβίωσης.

Δεν υπάρχει περίπτωση να κατηγορήσω καμία γενιά για το οτιδήποτε. Ο καθένας μας έχει μία και μόνο ζωή να ζήσει και θέλει να τη ζήσει καλά. Μία ευκαιρία έχουμε. Σε αυτό είμαστε όλοι ίσοι. 

Κι ωστόσο, η ζωή ξεσπαθώνει ακόμα και στα πιο κακοτράχαλα βράχια, στις πλέον άνυδρες ερημίες. Η μητέρα μου γεννήθηκε Μάρτιο του 1942, η αδελφή της Μάρτιο του 1944. Στην Αθήνα της πιο σκληρής φάσης της γερμανικής κατοχής, ο παππούς και η γιαγιά είχαν ένα πάθος για ζωή και για το θαύμα της διαιώνισής της. Το ’47, πάνω στον Εμφύλιο, ήρθε μία ακόμη κόρη. Δεν το αναφέρω επειδή ήταν κάτι το ξεχωριστό, αλλά μόνο και μόνο επειδή ήταν μια κοινοτοπία όλο αυτό. Ηταν συλλογικό, καθολικό.

Ακόμη αναρωτιέμαι πού έβρισκαν το κουράγιο. Δεν είναι έτσι όμως. Το κουράγιο το είχαν μέσα τους. Οπως κι εμείς σήμερα.