ΑΠΟΨΕΙΣ

Διερευνητικές με Τουρκία, υποστήριξη και ενστάσεις

Η τοποθέτηση του Αντώνη Σαμαρά, στην πρόσφατη συνέντευξή του στην «Κ», κατά των διερευνητικών επαφών, με την κατάθεση συγκεκριμένων επιχειρημάτων, αναδεικνύει μια επιπρόσθετη διάσταση του ζητήματος.

Ο πρώην πρωθυπουργός εκφράζει ένα τμήμα της ελληνικής κοινωνίας και, προφανώς, ένα μεγαλύτερο κομμάτι στους κόλπους της Νέας Δημοκρατίας, που όχι μόνο δεν εμπιστεύεται την Τουρκία, αλλά δεν θεωρεί ούτε ορθό ούτε και προς το συμφέρον της Ελλάδας να διαπραγματεύεται μαζί της.

Είναι και αυτό ένα κομμάτι του σύνθετου παζλ των ελληνοτουρκικών σχέσεων που πρέπει να έχει υπόψη της η διεθνής κοινότητα που ενθαρρύνει τον διάλογο, και ορθώς πράττει, αλλά θεωρεί περίπου ως δεδομένη την Ελλάδα.

Οτι υπάρχουν αντιδράσεις στο εσωτερικό της Ελλάδας πρέπει να το έχει υπόψη της η Ε.Ε., η οποία διαδραματίζει έναν ιδιαίτερο ρόλο στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Το όποιο πρόβλημα αντιμετωπίζουν η Ελλάδα και η Κύπρος με την Τουρκία, καθίσταται εκ των πραγμάτων και ευρωτουρκικό, τη στιγμή μάλιστα που η Αγκυρα και κάποιοι εντός της Ε.Ε. επιθυμούν την ενίσχυση των ευρωτουρκικών σχέσεων στο οικονομικό και το εμπορικό πεδίο. Ο γράφων είναι μεταξύ αυτών που υποστηρίζουν τον διάλογο με τη γείτονα, γνωρίζοντας ότι αυτός εκ της φύσεώς του περιλαμβάνει και συμβιβασμούς, υπό την προϋπόθεση, φυσικά, ότι αυτοί θα βασίζονται στο διεθνές δίκαιο. Είναι, δε, προφανές πως η Ελλάδα δεν μπορεί να συζητήσει την κυριαρχία της ή το πώς θα προστατεύσει τα νησιά της από μιαν υπαρκτή και μάλιστα επιδεινούμενη απειλή.

Ομως, και να διαφωνεί κανείς με την αντίθεση του Αντώνη Σαμαρά στη διεξαγωγή των διερευνητικών, δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει μαζί του ότι η Ε.Ε. δεν υπερασπίσθηκε, στον βαθμό που θα έπρεπε, δύο κράτη-μέλη της που δέχονται απειλές από την Τουρκία, τη στιγμή μάλιστα που ή ίδια η Ε.Ε. καλούσε την Αγκυρα να τις σταματήσει.

Ούτε μπορεί να διαφωνήσει κανείς με την παρατήρησή του πως είναι αδιανόητο κάποια κράτη-μέλη της Ε.Ε. να εξακολουθούν να εξοπλίζουν την Τουρκία, ώστε αυτή να απειλεί πιο αποτελεσματικά δύο εταίρους τους.

Ολοι, δε, οι φίλοι, σύμμαχοι και επίδοξοι μεσολαβητές οι οποίοι ενθαρρύνουν τις δύο πλευρές «να τα βρουν», υιοθετούν συχνά μια στάση που στην πράξη καθίσταται ετεροβαρής και τελικά μάλλον όχι εποικοδομητική. Και αυτό αναπόφευκτα ενισχύει τη δυσπιστία αρκετών Ελλήνων έναντι της Ενωσης.

Και στην Ελλάδα, λοιπόν, υπάρχουν ενστάσεις στις προσπάθειες προσέγγισης της γείτονος. Παρά τις προκλήσεις, ωστόσο, παρά τις απειλές, παρά τον μεγαλοϊδεατισμό κάποιων, εδώ και δεκαετίες διαδοχικοί Ελληνες πρωθυπουργοί, από όλο το ιδεολογικό φάσμα, επιλέγουν την οδό της σύνεσης και της νηφαλιότητας, δηλώνουν και είναι υπέρ των διερευνητικών επαφών και, στην πορεία, ενός οριοθετημένου διαλόγου, και ειλικρινά αναζητούν την πλήρη ομαλοποίηση των σχέσεων με την Τουρκία, όχι από αδυναμία ή ηττοπάθεια, αλλά επειδή αναγνωρίζουν ότι αυτή θα αποφέρει οφέλη, και στις δύο χώρες.​ Αυτή τη ρεαλιστική στάση πρέπει να στηρίξουν, έμπρακτα, οι εταίροι.