ΑΠΟΨΕΙΣ

Λιγότεροι φοιτητές σημαίνει περισσότερη ανισότητα;

Το νομοσχέδιο για τα πανεπιστήμια που συζητιέται αυτές τις μέρες περιέχει μια μεγάλη αλλαγή στα κριτήρια εισαγωγής των φοιτητών. Κάθε τμήμα θα ορίζει μια ελάχιστη βάση εισαγωγής, που θα συνδέεται με τον μέσο όρο βαθμολογίας που έλαβαν οι υποψήφιοι της σχετικής δέσμης εκείνη τη χρονιά. Η βάση μπορεί να είναι από 80% μέχρι 120% του μέσου όρου. Μερικά τμήματα υψηλής ζήτησης μάλλον θα τη θέσουν στο 120%, μερικά χαμηλής ζήτησης στο 80%. 

Σε κάθε περίπτωση, ένας μεγάλος αριθμός υποψηφίων που θα έμπαιναν κάπου με το παλιό σύστημα, θα μείνουν εκτός με το νέο. Μια εκτίμηση είναι ότι ο αριθμός των εισαγομένων θα μειωθεί κατά 20%, δηλαδή κατά περίπου 15.000 τον χρόνο.

Θα οξύνει αυτό την κοινωνική ανισότητα; Αν συζητούσαμε το 1980, η απάντηση θα ήταν «ναι». Η μετάβαση από πανεπιστήμια των ελίτ σε μαζικά, σε όλο τον κόσμο, διεύρυνε τη μεσαία τάξη και ενίσχυσε τα εισοδήματα πολλών νέων από φτωχές οικογένειες. Ομως αυτός ο μηχανισμός κοινωνικής ανόδου έχει εξαντληθεί τον 21ο αιώνα, γράφει ο Βranko Milanovic στο «Καπιταλισμός χωρίς αντίπαλο» (εκδ. Πόλις), ένα έργο-ορόσημο της σύγχρονης πολιτικής οικονομίας. Οταν οι περισσότεροι νέοι εκπαιδεύονται μέχρι τα 21 τους, η διάρκεια της μαθητικής και φοιτητικής ζωής δεν συμβάλλει πολύ στο εισόδημα. Η ποιότητα της παιδείας γίνεται πιο σημαντική από την ποσότητα.

Τι σημαίνει ποιότητα της παιδείας; Σε αυτό δίνει μια ενδιαφέρουσα, και νομίζω σωστή, απάντηση ο Roberto Mangabeira Unger, στο βιβλίο «The Knowledge Economy». Ο Unger αναζητεί τον τρόπο για να γίνει η οικονομία της γνώσης κτήμα των πολλών. Το είδος της παιδείας που απαιτείται υπερβαίνει τα όρια ανάμεσα σε επαγγελματική κατάρτιση και γενική εκπαίδευση. 

Δεν είναι κατάλληλη η γερμανικού τύπου τεχνική κατάρτιση που παρέχει δεξιότητες εστιασμένες μόνο σε συγκεκριμένες σειρές παραγωγής, όπως στην εποχή των μαζικών εργοστασίων και των περιχαρακωμένων επαγγελμάτων. Ούτε είναι κατάλληλα τα συνήθη πανεπιστημιακά προγράμματα που συνδέουν άρρηκτα το αντικείμενο της γνώσης με την εκάστοτε καθιερωμένη και στενά προσδιορισμένη επιστημονική μεθοδολογία.

Η παιδεία της νέας εποχής προτάσσει την αναλυτική και συνθετική ικανότητα, όχι την εγκυκλοπαιδική πληροφορία. Το ειδικό περιεχόμενο της κάθε ανάλυσης έχει αξία κυρίως για να ενισχύσει τη γενική ικανότητα. 

Δεύτερον, η παιδεία προτάσσει την επιλεκτική εμβάθυνση με πρακτικές δοκιμές και εφαρμογές, όχι την επιφανειακή ευρύτητα. 

Τρίτον, το κοινωνικό πλαίσιο της εκπαίδευσης είναι η συνεργασία, όχι η αυθεντία και η ατομική μελέτη. 

Τέταρτον, κάθε αντικείμενο και κάθε επιστημονική μέθοδος παρουσιάζεται διαλεκτικά, από αντίθετες οπτικές γωνίες. Να μην ταυτίζουμε πλήρως, π.χ., τη μελέτη της οικονομικής δραστηριότητας με τις μεθόδους της «οικονομικής επιστήμης».

Αν ο Unger έχει δίκιο, τα πτυχία που δίνουν τα περισσότερα τμήματα των ελληνικών ΑΕΙ δεν είναι πραγματικό εφόδιο για το μέλλον. Ισως γι’ αυτό το 30% των φοιτητών δεν τελειώνει ποτέ. Η ποιότητα πρέπει να βελτιωθεί με μικρότερες τάξεις και ομαδική δουλειά – όσοι φοιτούν θα κερδίσουν αν μειωθεί ο αριθμός των εισαγομένων. 

Χρειάζεται επίσης περισσότερη άσκηση σε πραγματικούς χώρους εργασίας και ευελιξία στο πρόγραμμα ώστε οι φοιτητές να παίρνουν μαθήματα από όλα τα τμήματα, ανάλογα με τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντά τους. Η δε επαγγελματική κατάρτιση πρέπει να είναι πολύμορφη, διαθέσιμη σε διαφορετικές ηλικίες και χωρίς στεγανά σε σχέση με τη γενική εκπαίδευση.

Επιπλέον, σήμερα υπάρχουν πολλοί τρόποι να χτίσεις δεξιότητες ακόμα και έξω από όλες τις σχολές: διαδικτυακά μαθήματα, bootcamps, αποθετήρια λογισμικού. Οι εργοδότες έχουν τρόπο να αξιολογούν υποψηφίους χωρίς να καταφεύγουν στην πρόχειρη ένδειξη του πτυχίου. Το κάνουν ήδη οι εταιρείες τεχνολογίας. Καθετί που μαθαίνεις πρακτικά και καλά μπορεί να γίνει προσωπικό κεφάλαιο. Η ανισότητα θα μειωθεί και με αυτό τον τρόπο.
 
* Ο κ. Αρίστος Δοξιάδης είναι εταίρος στο κεφάλαιο επενδύσεων τεχνολογίας Big Pi.