ΑΠΟΨΕΙΣ

Όταν η καταγγελία γίνεται κίνημα

Ηταν δεσποτικός. Ηταν προσβλητικός. Ηταν βάναυσος. Ομως, τι σχέση έχουν όλα αυτά με τη σεξουαλική κακοποίηση; Με ποιο κριτήριο θα ξεχωρίσουμε το έγκλημα από την αντικοινωνική συμπεριφορά· και την αντικοινωνική συμπεριφορά από την κοινή σκοταδοψυχιά; Αρκεί ως κριτήριο ότι κάποιος ή κάποια ένιωσε κάποτε προσβεβλημένος/η τόσο, ώστε να αισθάνεται ακόμη το τραύμα;

Τέτοια ερωτήματα πλανώνται πάνω από τα κεφάλια μας, μαζί με την καταιγιστική σπερμολογία ότι «όλοι ήξεραν» για τον τάδε· ότι «τώρα, σκάει, σε λίγες μέρες» για τον δείνα· ότι αυτό το θύμα «θέλει» ή «δεν θέλει ακόμη» να μιλήσει. Τι σχήμα πρέπει να πάρει το νεογέννητο στην Ελλάδα κίνημα, για να μην καταλήξει σε ηθικολογική παραφορά – ένα ρεύμα χωρίς όχθες;

Αν διαβάσει κανείς ξανά τις αφηγήσεις των τραυμάτων, θα βρει το νήμα που συνδέει τη βία με την ψυχολογική βία. Δεν είναι μόνο ότι όλα τα θύματα είναι γυναίκες. Είναι ότι πάντα οι άνδρες-θύτες βρίσκονται με την εξουσία στα χέρια τους – είναι οι προϊστάμενοι, οι «φτασμένοι», εκείνοι που κατά συντριπτική πολιτισμική «ποσόστωση» αποκτούν πρόσβαση στην εργαλειοθήκη του σαδισμού.

Η συζήτηση μπορεί έτσι να αποφορτιστεί από τους δύσκολους ορισμούς για την οντολογία και τη βιολογία των φύλων και να επιστρέψει στην πεζή στατιστική του καθημερινού βίου: Οι άνδρες είναι θύτες κακοποίησης ή καταπίεσης όχι επειδή τους καταδικάζουν οι ορμόνες τους, αλλά γιατί η κουλτούρα τούς διορίζει με δυσανάλογη συχνότητα σε θέση εξουσιαστή.

Η θεραπεία αυτής της αρχέγονης ασυμμετρίας –η ίση συμμετοχή στις θέσεις ευθύνης– δεν είναι μόνο ένα αίτημα δικαιοσύνης. Η πείρα δείχνει ότι η ισότητα –και η νεαρή αδελφή της, η «συμπεριληπτικότητα»– είναι και μοχλός εργασιακής αποτελεσματικότητας. Η δουλειά γίνεται καλύτερα, όταν είναι μοιρασμένη ίσα μεταξύ ανδρών και γυναικών. (Οποιος έχει καθίσει σε τραπέζι συσκέψεων απαρτιζόμενο αποκλειστικά από λυτούς ανδρικούς εγωισμούς, ξέρει. Ξέρει γιατί τα λήμματα «κοκορομαχία» και «κοκορόμυαλος» ακολουθούν στο λεξικό της κοινωνικής παθολογίας τον άρχοντα «κόκορα»).

Λένε ότι οι αλυσιδωτές καταγγελίες είναι ένα «ξέσπασμα». Οσοι το λένε έτσι, υποτιμούν το ηθικό σθένος των θυμάτων και το νόημα του διαβήματός τους. Οι καταγγελίες δεν εκτοξεύονται έτσι, για εκδίκηση ή για σκέτη εκτόνωση. Η σημασία τους είναι ότι φωτίζουν μια ανοιχτή πληγή. Και, φωτίζοντάς την, συντελούν στην επούλωσή της.

Για να αποβούν γόνιμες, οι καταγγελίες δεν πρέπει να αφεθούν να λειτουργήσουν μόνο ως αυτόματος παραδειγματισμός – μόνο ως εφήμερο φόβητρο για επίδοξους θύτες. Πρέπει και να συνδεθούν με την παλιά, μπανάλ ατζέντα: Νέοι κανόνες και θεσπισμένα κίνητρα, ώστε να μοιραστεί η εξουσία παντού. Στα έδρανα της Βουλής, στα διοικητικά συμβούλια των επιχειρήσεων, στα καμαρίνια.

Διαφορετικά, τόση τόλμη θα κινδυνεύσει να σπαταληθεί στα ιδεολογήματα διαμαρτυρίας που της έχουν ετοιμάσει όσοι σκοπεύουν να τη σφετεριστούν συνδικαλιστικά.

Η πρόοδος είναι απλή: Ολα μισό-μισό.

Καλούπια

Είναι μια ανησυχία που ακούει κανείς από υποστηρικτές του ελληνοτουρκικού διαλόγου: Η συζήτηση για τη συζήτηση δεν είναι, λένε, χωρίς κόστος. Αν οι διερευνητικές τραβήξουν έτσι, βουβά και ατελέσφορα· αν γίνει μια εξίσου εθιμοτυπική, αλλά εντυπωσιακή συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν· αν παγιωθεί η εικόνα της εξομάλυνσης, υπάρχει στο βάθος και μια παγίδα. Να εκλάβουν οι σύμμαχοί μας τη ρηχή εξομάλυνση ως προθάλαμο συμφωνίας, από τον οποίο δεν θα μπορούμε να βγούμε. Με δεδομένη τη βούληση όλων –Αμερικανών, Γερμανών μέχρι και των Γάλλων– να κρατήσουν την Τουρκία συνδεδεμένη με τη Δύση, θα πέσει επάνω μας το βάρος της προτροπής:

«Αφού μιλάτε τόσον καιρό με τους Τούρκους, γιατί δεν τα βρίσκετε να τελειώνουμε;». Οσοι υφαίνουν τέτοια σενάρια, προσπερνούν πολλά «αν». Φαντάζονται μια Ελλάδα αδρανή, συρόμενη από τον γραφειοκρατικό αυτοματισμό των διερευνητικών. Και κυρίως φαντάζονται έναν Ερντογάν μεταμορφωμένο στον παλιό εαυτό του. Τέτοιος Ερντογάν δεν φαίνεται στον ορίζοντα. Το καλούπι έσπασε και μαθαίνουμε να ζούμε με τα θραύσματα που εξοστρακίζονται προς το μέρος μας.

Γενεαλογία

Κάποτε κάποιοι ψήφιζαν Σημίτη για να μην ξανάρθει το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία. Τώρα, στα γκάλοπ, το 92% των ψηφοφόρων του ΚΙΝΑΛ «ψηφίζει» Μητσοτάκη. Προφανώς, για να μην ξανάρθει η Δεξιά.