ΑΠΟΨΕΙΣ

Το ένα δεν δημιουργεί χωρίς το άλλο

Υπήρχε κάτι που η μητέρα του Γούντι Αλεν δεν μπορούσε να εξηγήσει: πώς ενώ ήταν ένα καλό, γλυκό, χαρωπό παιδί μέχρι τα πέντε περίπου, μετά άλλαξε κι έγινε ένα ξινό, μοχθηρό, γκρινιάρικο, δύστροπο πιτσιρίκι. «Η μοναδική μου εικασία στρέφεται γύρω από το γεγονός ότι, γύρω στα πέντε, συνειδητοποίησα τη θνητότητα και είπα, αχ όχι, δεν υπέγραψα τέτοιο χαρτί εγώ. Ποτέ δεν συμφώνησα ότι είμαι πεπερασμένος. Οσο μεγάλωνα, όχι μόνο ο αφανισμός αλλά και ο παραλογισμός της ζωής μού έγιναν πιο ξεκάθαρα. Εφτασα στο ίδιο ερώτημα που τυραννούσε τον πρώην πρίγκιπα της Δανίας: Γιατί να με χτυπά, να με εξευτελίζει μοίρα αλλοπρόσαλλη όταν μπορώ κάλλιστα να βρέξω τη μύτη μου, να τη χώσω στην πρίζα, και να μη χολοσκάω με άγχη, με πονοκεφάλους, και με τα βραστά κοτόπουλα της μάνας μου; (…) Στο τέλος, δεν μπορούσα να εντοπίσω κάποια λογική αιτία κι έτσι έφτασα στο συμπέρασμα ότι ως άνθρωποι είμαστε απλώς προγραμματισμένοι να αντιστεκόμαστε στον θάνατο. Το αίμα νικάει το μυαλό». Το απόσπασμα από την αυτοβιογραφία του Γούντι Αλεν «Σχετικά με το τίποτα», που κυκλοφόρησε πρόσφατα (Ψυχογιός, μτφρ. Γιώργος-Ικαρος Μπαμπασάκης).

Σαν απάντηση σε μια ερώτηση που δεν τέθηκε στον σκηνοθέτη, διάβασα το σημείο αυτό του βιβλίου. Δεν είχε καθόλου στο μυαλό του την πανδημία ο Γούντι Αλεν. Και όμως, είναι σαν να σχολιάζει «τον αφανισμό και τον παραλογισμό» από έναν ιό που χτυπάει αλύπητα. Αντιστεκόμαστε στον θάνατο, όπως γράφει/λέει, γιατί πάντα υπάρχει μια σκέψη –ακόμη και μία– που μας φέρνει πιο κοντά στη ζωή. Που κινητοποιεί έστω και ψήγματα ενέργειας ώστε να προπορεύεται η επιβίωση. Ισως, αυτός να είναι ένας λόγος που η τέχνη παρά τα συντριπτικά χτυπήματα που έχει δεχτεί τον τελευταίο χρόνο (σύμφωνα με έκθεση της Ernst & Young, οι παραστατικές τέχνες και η μουσική παρουσιάζουν στην Ευρώπη απότομη συρρίκνωση εσόδων σε ποσοστό 90% και 76% αντίστοιχα), δεν πρόκειται να περιορίσει τον δραστικό ρόλο της στις κοινωνίες. Δεν είναι μόνον οι ίδιοι οι δημιουργοί που δεν μπορούν να ζήσουν διαφορετικά (με τις πολλές εκδοχές που αυτό σημαίνει), αλλά και ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού το οποίο αντλεί δύναμη και προοπτική από την παραγωγή του καλλιτεχνικού προϊόντος. Και ενώ τα στοιχεία δηλώνουν καταστροφή (η πολιτιστική και δημιουργική βιομηχανία απώλεσε, λόγω COVID-19, το 31% των εσόδων της μέσα στο 2020, δηλαδή περίπου 200 δισ. ευρώ – βλ. «Κ» 27/1) η πραγματικότητα ανοίγει, παράλληλα, προοπτικές. Για να γίνει, βέβαια, η μετάβαση στη νέα εποχή είναι απαραίτητη η κρατική υποστήριξη με ευρωπαϊκά κονδύλια από το αναμενόμενο πακέτο ανάκαμψης. Αλλιώς, απλώς, επενδύουμε στο κενό, στην ουτοπία της πεισματικής επιθυμίας η οποία δεν εδράζεται στη λογική. 

Παντού μειώσεις, απώλειες, διακοπή δραστηριοτήτων, αβέβαιη επάνοδος στις αίθουσες… Και δεν θα σταματήσει η δυσκολία αν και όποτε αρθεί η καραντίνα. Το 21% δηλώνει ότι για χρόνια μετά δεν θα αισθάνεται άνετα να πάει σε μια συναυλία, για παράδειγμα. Το μούδιασμα και ο φόβος δεν θα υποχωρήσουν από τη μια μέρα στην άλλη, δίνοντας τη θέση τους στις κεκτημένες, προ κορωνοϊού, συνήθειες. Δεν περιμένει ο κόσμος πίσω από την πόρτα την άρση των περιορισμών για να ξεχυθεί την επόμενη στιγμή στις αίθουσες για κάποιο θέαμα.

Η δυσκαμψία και η επιφυλακτικότητα, η απομόνωση, ο εγκλεισμός δεν θα παραμεριστούν την επόμενη ημέρα της πανδημίας. Οι εσωτερικοί αρμοί χαλαρώνουν ή μετατοπίζονται, οι ψηφιακές πλατφόρμες μετατρέπονται από μια λύση ανάγκης σε καθημερινή αναζήτηση. Μπορεί να υπάρχει η νοσταλγία της συνύπαρξης σε μια παράσταση, αλλά γίνεται όλο και περισσότερο «νοσταλγία». Με εντυπωσιακό τρόπο και οξυμμένα ανακλαστικά, κρατικοί οργανισμοί (όπως η Λυρική Σκηνή, το Φεστιβάλ Κινηματογράφου, το Εθνικό Θέατρο), αλλά και μικρότερα καλλιτεχνικά σχήματα, ανιχνεύουν τη θέση τους στον καινούργιο κόσμο. Αναπροσαρμόζονται και ελπίζουν. Ανακοινώνουν σκηνές, δράσεις και ρεπερτόριο, οργανώνουν δημιουργικά τις άμυνές τους, επινοούν σχήματα υποστηρικτικά, με την προοπτική να γίνουν και οριστικά. 
Αν στη ζωή «το αίμα νικάει το μυαλό», στην τέχνη, η επιβίωση προϋποθέτει εξίσου και τα δύο. Οχι, υποχρεωτικά, σε ίδιες ποσότητες αλλά σε συνεργασία. Δεν είναι ότι το ένα δεν ζει χωρίς το άλλο· είναι ότι το ένα δεν δημιουργεί χωρίς το άλλο.