ΑΠΟΨΕΙΣ

Η σημαίνουσα αξία της προσυνέντευξης

Είναι ένα απαραίτητο –ίσως το πιο σημαντικό– στάδιο στη δημοσιογραφική δουλειά: η προσυνέντευξη. Κατά την αναζήτηση προσώπων που θα μπορούσαν να πλαισιώσουν ένα θέμα, ο δημοσιογράφος κάνει κάποιες πρώτες επαφές είτε τηλεφωνικά είτε διά ζώσης με υποψήφιες πηγές. Ορισμένες φορές αρκούν λίγες βασικές ερωτήσεις για να διαπιστώσει ο δημοσιογράφος τι μπορεί να εισφέρει κάποιος με τη μαρτυρία του. Αν αξίζει ή όχι να του δοθεί ο λόγος. Η προσυνέντευξη βοηθάει να αξιολογήσεις τις πηγές σου, να ανιχνεύσεις τις τάσεις και τους προβληματισμούς τους, να προετοιμαστείς όσο το δυνατόν καλύτερα και σε βάθος για το επόμενο στάδιο, τη συνέντευξη, αποφεύγοντας παγίδες και απρόοπτα.

Στα τέλη Ιανουαρίου δόθηκε τηλεοπτικό βήμα σε έναν προπονητή ιστιοπλοΐας εις βάρος του οποίου είχαν γίνει καταγγελίες για σεξουαλική κακοποίηση ανήλικης αθλήτριας. Δημόσια ο φερόμενος ως δράστης, ο οποίος αργότερα κρίθηκε προφυλακιστέος, δεν επιχείρησε να αντικρούσει τις κατηγορίες στη βάση τους, αλλά μίλησε για «έρωτα» και πρόθεση γάμου με μια ανήλικη. Ηταν μια επιχειρηματολογία η οποία δεν έπρεπε να ακουστεί. 

Το πρόβλημα δεν είναι ότι εξέθετε τον ίδιο, ούτε ότι δεν υπήρχε σοβαρός αντίλογος στα λεγόμενά του. Εξαρχής δεν έπρεπε να μιλήσει δημόσια ένας άνθρωπος που επιχειρεί να πασπαλίσει με ρομαντισμό και να δικαιολογήσει ως αυτονόητη μια αποτρόπαιη πράξη.

Η θέση του, όπως προβλήθηκε, ήταν τόσο ξεκάθαρη που φαντάζομαι ότι θα ήταν εύκολα ανιχνεύσιμη κατά τη διαδικασία της προσυνέντευξης. Εχει επικρατήσει και σε μερίδα της κοινής γνώμης η αντίληψη ότι ο δημοσιογράφος οφείλει να παρουσιάζει ισοβαρώς οποιαδήποτε πλευρά. 

Δεν είναι ακριβώς έτσι. Ο δημοσιογράφος δεν είναι ένας απλός αγγελιαφόρος απόψεων. Οφείλει να φιλτράρει και να διασταυρώνει (όσο το δυνατόν πιο εξονυχιστικά και υπεύθυνα, με σκοπό να προσεγγίσει όσο γίνεται πιο κοντά στην αλήθεια) τα λεγόμενα των πηγών του και φυσικά επιλέγει με ποιους αξίζει να μιλήσει για ένα ζήτημα και γιατί. Η αντιεπιστημονική άποψη ενός αντιεμβολιαστή, εφόσον κριθεί σκόπιμο να καταγραφεί, δεν γίνεται να παρουσιαστεί με την ίδια βαρύτητα της τοποθέτησης ενός ειδικού. Δεν μπαίνουν όλα σε ζυγαριά, η δημοσιογραφία δεν είναι debate. 

Σαφώς και όταν υπάρχει μια καταγγελία εις βάρος κάποιου μπορεί να του δοθεί δημοσιογραφικά η δυνατότητα απάντησης. Στην περίπτωση του προπονητή όμως, δεν είχαν διαρρεύσει τα στοιχεία του, δεν είχε δημοσιευθεί –και ορθώς– η ταυτότητα της καταγγέλλουσας. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να ακουστούν όχι απλώς αναχρονιστικές, αλλά και επικίνδυνες απόψεις.