ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι Ρεπουμπλικανοί τρέφουν τον τραμπισμό

Πολλοί θα ήθελαν να ξεχάσουν την τετραετία Τραμπ και αυτός να μνημονεύεται μόνο ως παράδειγμα για το πώς η δημοκρατία εμπεριέχει το σπέρμα της υπονόμευσής της αλλά και μηχανισμούς επανόρθωσης και επιβίωσης – τις εκλογές και τους θεσμούς που στοχεύουν στην ισορροπία μεταξύ των εξουσιών. Η αδυναμία της Γερουσίας, όμως, να τον καταδικάσει για κατάχρηση εξουσίας καθιστά τον τέως πρόεδρο προάγγελο νέων δεινών. Θέτει σε κίνδυνο τη δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την Αρχή του νόμου όχι μόνο στις ΗΠΑ, αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο, υπονομεύοντας  τον κεντρικό άξονα της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης Μπάιντεν. 

Από τους 100 γερουσιαστές, οι 57 ψήφισαν υπέρ της καταδίκης Τραμπ, ήτοι και οι 50 Δημοκρατικοί και 7 από τους Ρεπουμπλικανούς. Επρεπε να ψηφίσουν κατά του Τραμπ τουλάχιστον άλλοι 10 Ρεπουμπλικανοί για την αναγκαία πλειοψηφία των δύο τρίτων του σώματος. Αυτό δεν συνέβη, παρά τις συντριπτικές αποδείξεις που παρουσιάστηκαν στη διάρκεια της διαδικασίας, παρά την αδυναμία απαντήσεως από τους δικηγόρους του τέως προέδρου. Ενώ δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι οι περισσότεροι πολίτες ήταν υπέρ της καταδίκης Τραμπ, οι Ρεπουμπλικανοί απέδειξαν ότι δεν μπορούν να απαγκιστρωθούν απ’ αυτόν. Δημοσκόπηση που διεξήχθη 5 με 8 Φεβρουαρίου (του YouGov, για το δίκτυο CBS) δείχνει γιατί. Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση, ενώ το 56% του πληθυσμού θέλει καταδίκη του Τραμπ, το 73% των ψηφοφόρων των Ρεπουμπλικανών πιστεύει ότι το κόμμα πρέπει να «παραμείνει πιστό» στον Τραμπ. Επίσης, το 70% είπε ότι θα στήριζε (ή ίσως να στήριζε) κόμμα που θα ίδρυε ο Τραμπ. Αξιοσημείωτο είναι ότι μόνο μία γερουσιαστής απ’ όσους ψήφισαν υπέρ της καταδίκης του Τραμπ είναι υποψήφια για επανεκλογή το 2022.

Ο αρχηγός των Ρεπουμπλικανών στη Γερουσία, Μιτς Μακόνελ, επιχείρησε να εξισορροπήσει την ανάγκη υποταγής στους ψηφοφόρους του Τραμπ και τη δική του ιστορική ευθύνη για την πληγή που υπέστη το πολίτευμα από τη συμπεριφορά του τέως προέδρου. Ενώ κατέστησε τον Τραμπ «πρακτικώς και ηθικώς υπεύθυνο» για την επίθεση στο Κογκρέσο στις 6 Ιανουαρίου και για «επαίσχυντη εγκατάλειψη καθήκοντος», σημειώνοντας ότι ο Τραμπ παραμένει υπόλογος στη Δικαιοσύνη για όσα έπραξε. Εδώ, όμως, βρίσκεται η ουσία της υπόθεσης και η ζημιά που υπέστησαν η πολιτική και η κοινωνία (και που αποτυπώνεται στη δημοσκόπηση του CBS). Οι γερουσιαστές είχαν την υποχρέωση να κρίνουν την υπόθεση Τραμπ με βάση τις διαδικασίες που θέσπισαν οι ιδρυτές των ΗΠΑ, ώστε να είναι ξεκάθαρο ότι ο τέως πρόεδρος είναι μια θλιβερή ανωμαλία, ότι το σύνολο του πολιτικού συστήματος απορρίπτει τις πρακτικές του. Παραπομπή της υπόθεσης στη Δικαιοσύνη (με Δημοκρατικό υπουργό Δικαιοσύνης) θα ενισχύσει την πεποίθηση των οπαδών του Τραμπ –μεταξύ αυτών και ομάδες οπλισμένων ακραίων– ότι αυτός και αυτοί διώκονται αδίκως, ότι δικαίως αντιστέκονται. Επιπλέον, η αδυναμία της Γερουσίας να καταδικάσει τον Τραμπ θα υπονομεύσει την εμπιστοσύνη όλων των πολιτών στους θεσμούς. Οι πληγές στο πολίτευμα και στην κοινωνία των ΗΠΑ μόλις επιδεινώθηκαν.