ΑΠΟΨΕΙΣ

Ευρωαμερικανικά

Οταν ο κ. Μπαράκ Ομπάμα μετά την ολοκλήρωση της δεύτερης προεδρικής θητείας του εμπιστευόταν στην κ. Αγκελα Μέρκελ την προώθηση και ολοκλήρωση του «οράματός» του για μια νέα παγκόσμια τάξη, εξέθετε άθελά του τη Γερμανίδα καγκελάριο στις επιθέσεις –βάναυσες σε ορισμένες περιπτώσεις– του διαδόχου του στο προεδρικό αξίωμα, Ντόναλντ Τραμπ. Στη διάρκεια της τετραετίας, το «όραμα του Ομπάμα» ξεθώριασε απελπιστικά.

Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, ανήσυχος εκ φύσεως και ευρηματικός, θέλησε να αξιοποιήσει τη συγκυρία της εντάσεως στις σχέσεις Ουάσιγκτον και Βερολίνου. Ετσι λοιπόν τον Ιούλιο του 2017 υποδέχθηκε το ζεύγος Τραμπ ως «επιτίμους προσκεκλημένους» στους λαμπρότατους εορτασμούς της πτώσεως της Βαστίλλης και των 100 χρόνων από τη νίκη των συμμάχων στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. «Τίποτε δεν πρόκειται ποτέ να μας χωρίσει από τις Ηνωμένες Πολιτείες», είχε διακηρύξει ο Γάλλος πρόεδρος.

Μετά μία διετία όμως, ο κ. Μακρόν διαπίστωσε τον «εγκεφαλικό θάνατο» του ΝΑΤΟ και άρχισε να προωθεί δυναμικά την ιδέα της «ευρωπαϊκής αμύνης», υπό την ηγεσία της Γαλλίας φυσικά, έπειτα από την έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ε.Ε. Μια ιδέα διόλου ελκυστική, ακόμη και από πλευράς του προέδρου των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν.

Ομως στις μέρες μας, το «χοντρό παιχνίδι» των ευρωαμερικανικών σχέσεων θα είναι μεταξύ της Ουάσιγκτον και του Βερολίνου, οπότε θα δοκιμασθεί η δεξιότητα της κ. Μέρκελ, αλλά κυρίως του διαδόχου της, να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο αποκλίνουσες ισχυρότατες τάσεις.

Η Γερμανία, μετά την ήττα δύο παγκοσμίων πολέμων, είναι για λόγους πολιτικούς, στρατιωτικούς και εν μέρει οικονομικούς αναγκασμένη να κινείται εντός «ευρωατλαντικού» πλαισίου, με κάποιες παρεκκλίσεις συμβολικές, που γίνονται ανεκτές από την Ουάσιγκτον με δυσφορία.

Εκ παραλλήλου όμως η Γερμανία είναι μια χώρα του «ευρασιατικού» συμπλέγματος, έστω και εάν ουδέποτε έχει επισήμως ομολογηθεί. Ο ζωτικός της χώρος εκτείνεται προς Ανατολάς –Ρωσία, Τουρκία και Κίνα φυσικά–, κυρίως αφού επέτυχε να κυριαρχήσει σε υψηλότατο βαθμό στην ευρωπαϊκή αγορά.

Αλλά οι τρεις προαναφερθείσες χώρες του ευρασιατικού συμπλέγματος είναι στο στόχαστρο του νέου Αμερικανού προέδρου Μπάιντεν, που –ακολουθώντας την πάγια αγγλοσαξονική αντίληψη– στηρίζει την αντιπαράθεσή του στην αναγκαιότητα προς επικράτηση των ηθικών αρχών της δικαιοσύνης, της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κ.λπ.

Αντίθετα, η Γερμανία, «θεωρούσα την ανάγκη ως υπέρτατον νόμο, δεν έχει λόγο να περικαλύψη τας πράξεις της με τον μανδύα της αρετής», σημείωνε στο ημερολόγιό του, το 1917, εξόριστος στην Κορσική, ο Ιωάννης Μεταξάς, και είχε δίκιο ως προς τον πυρήνα της σκέψεώς του.

Μόνον που έπειτα από δύο καταστροφικότατους πολέμους η Γερμανία διδάχθηκε τις αρετές της υπομονής. Σύγκρουση δεν θα υπάρξει με τις ΗΠΑ, όμως θα παρακολουθήσουμε σειρά «ελιγμών» και «αναβολών». Η Γερμανία έχει ανάγκη χρόνου για να ολοκληρώσει και για παγιώσει την ισχύ της. Και η Ευρώπη, ως παρακολούθημα του Βερολίνου πλέον.