ΑΠΟΨΕΙΣ

Από τον λαϊκισμό στη χυδαιότητα

Η ατμόσφαιρα είναι φορτισμένη, είναι ηλεκτρισμένη, είναι και αρρωστημένη. Αυτό οφείλεται ασφαλώς στα γεγονότα, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι επιβαρύνεται υπέρμετρα από όσα απερίγραπτα ανεβάζονται κακόβουλα ή ανεύθυνα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που αναδεικνύονται σε υπ’ αριθμόν 1 εχθρό της λογικής και της δημοκρατίας. Τροφοδοτείται όμως και από άλλους παράγοντες. Από μίντια και δημοσιογράφους, που είτε υπερβάλλουν σε λαϊκισμό είτε παίζουν, συνειδητά, πολιτικά παιχνίδια και σε πολύ μεγάλο βαθμό από τον ΣΥΡΙΖΑ, που στην υπόθεση Λιγνάδη κινείται σε όρια πολιτικής χυδαιότητας. 

Ταυτόχρονα, είναι σαφές ότι στο κλίμα που έχει διαμορφωθεί ευθύνες έχει και η κυβέρνηση, όχι τόσο με παραλείψεις, όσο γιατί τελευταία κάνει συνεχώς επικοινωνιακά λάθη. Από την κακοφωνία σχετικά με την αντιμετώπιση της πανδημίας και των κοινωνικών/οικονομικών συνεπειών της μέχρι την ασθενή υπεράσπιση των επιδόσεών της κατά τη διάρκεια της πρόσφατης σφοδρής κακοκαιρίας και μετά. Εκείνη όμως που τα έκανε κυριολεκτικά «μούσκεμα» επικοινωνιακά είναι η υπουργός Πολιτισμού –στην υπόθεση Λιγνάδη–, εννοώντας τον επικοινωνιακό χειρισμό της αποκρουστικής αυτής υπόθεσης από μέρους της, όχι την ουσία. Είναι απολύτως βάρβαρη και χυδαία η προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ να συνδέσει την κυβέρνηση με πράξεις και κυκλώματα σατύρων, παιδεραστίας, αποπλάνησης ανηλίκων και βιασμών, προκειμένου να αποκομίσει πολιτικά οφέλη.

Δυστυχώς ή όχι, ο ΣΥΡΙΖΑ αδυνατεί να ασκήσει αντιπολίτευση που να τον καθορίζει ως αξιόπιστο εναλλακτικό πόλο εξουσίας της χώρας, στο πολίτευμα και στους καιρούς που ζούμε. Το απέδειξε ο ίδιος στα σχεδόν πέντε χρόνια που ήταν κυβέρνηση, μαζί με το φοβερό κόμμα των ΑΝΕΛ, και συνεχίζει ως κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Υποτίθεται πως ο Αλ. Τσίπρας έχει αντιληφθεί ότι για να έχει τύχη σε προσεχείς εκλογές πρέπει να μετακινηθεί κάπως προς το Κέντρο, για να προσελκύσει ψηφοφόρους αυτού του χώρου. Είναι φανερό στην πράξη ότι δεν μπορεί. Δεν το επιτρέπουν η πολιτική κουλτούρα, η γενική παιδεία, οι νοητικές ικανότητες, οι γνώσεις του, και το ίδιο ισχύει για τον κομματικό περίγυρο στο σύνολό του. 

Αλλά ούτε η σημερινή βάση, το περίπου 20%-25% που δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, επιτρέπει μετακίνηση από τον ακραίο λαϊκισμό. Εξ ου και όλη αυτή η πραγματικότητα αντανακλάται στις θέσεις και στην επικοινωνιακή πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ σε όλα σχεδόν τα θέματα –περί τα πανεπιστήμια, την πανδημία, τη «Μήδεια», τη βορβορώδη υπόθεση Λιγνάδη π.χ.– και βεβαίως στα μίντια του κόμματος. Ωστόσο, με τη  σκέψη στην απλή αναλογική των επόμενων εκλογών, η συριζαϊκή ηγεσία δοκιμάζει και πλάγια μέθοδο «εισοδισμού» στον κεντρώο χώρο. Προσπαθεί να δημιουργήσει εντυπώσεις ότι ευνοεί συγκυβερνήσεις με προτάσεις διακομματικής συναίνεσης, όπως για την επιλογή του επικεφαλής στην ΕΡΤ. Ελπίζει ότι μπορεί να βρει συμμάχους για σχηματισμό κυβέρνησης, αν στις εκλογές προκύψει πλειοψηφία αντιπολιτευομένων κομμάτων. Δύσκολο, αλλά  ίσως νέες δημοσκοπήσεις –μετά τα πρόσφατα γεγονότα– δείξουν κάποιες τάσεις προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, παρότι απέχουν ακόμη οι εκλογές.