ΑΠΟΨΕΙΣ

Μιλώντας για τη γλώσσα της πολιτικής αντιπαράθεσης

Η συζήτηση στη Βουλή για τα θέματα της επικαιρότητας που πρότεινε ο πρωθυπουργός θα έχει μεγάλο ενδιαφέρον, έτσι κι αλλιώς, καθώς θα συμπεριλαμβάνει τη διαχείριση καταγγελιών για βιασμούς ανηλίκων κ.ά., που προκαλούν μεγάλη ταραχή αυτόν τον καιρό. Το γεγονός, όμως, ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης θέλει η συζήτηση να εστιαστεί και στην ποιότητα του δημόσιου διαλόγου δείχνει ότι κατανοεί πως δεν φθάνει να συζητάμε, έχει καθοριστική σημασία το πώς συζητάμε: με ποια γλώσσα, με ποια επιχειρήματα και τεχνάσματα· με ποιες καταβολές, παραδοχές, διαστρεβλώσεις και εμμονές· με ποιες αφορμές και ποιους στόχους. Οι αρχηγοί των κομμάτων θα αναγκαστούν να μιλήσουν όχι μόνο με τη γλώσσα με την οποία ομιλούν αλλά και για την ίδια τη γλώσσα. Αυτή που καθορίζει πώς αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα, πώς συνδιαλεγόμαστε, αυτή που κρίνει εάν έχουμε την ικανότητα ή τη διάθεση να λύσουμε προβλήματα και διαφορές.

Η συζήτηση της Πέμπτης θα είναι αποκαλυπτική για το «ποιόν» και τους στόχους των συμμετεχόντων. Επειδή είναι γνωστά τα όπλα στη φαρέτρα του καθενός, θα έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον η επιλογή και η χρήση τους. Κάποιοι ίσως θελήσουν να αποκρύψουν τα πιο αμφιλεγόμενα τεχνάσματά τους, άλλοι θα τα επιδείξουν επίτηδες, προς εντυπωσιασμό ψηφοφόρων στους οποίους αρέσουν αυτά. Ο πρωθυπουργός αναμένεται, όπως συνηθίζει, να παραθέσει τα γεγονότα, τις εξελίξεις και τις κινήσεις της κυβέρνησής του, να εξαγγείλει πρωτοβουλίες για τη διόρθωση χρόνιων και σημερινών προβλημάτων, αλλά και να καταγγείλει λάθη της προηγούμενης κυβέρνησης, καθώς και το ύφος της επίθεσης που δέχεται σήμερα από την αντιπολίτευση. Ο Αλέξης Τσίπρας δύσκολα θα αποφύγει την παγίδα: εάν συνεχίσει να υιοθετεί τις ακραίες συμπεριφορές κάποιων εκλεκτών στελεχών και παρατρεχάμενων στα ΜΜΕ και στα κοινωνικά δίκτυα, θα επιβεβαιώσει τις υποψίες ότι ή δεν μπορεί ή δεν θέλει να υπερβεί τις χειρότερες πρακτικές της πολιτικής σκηνής· εάν προσέλθει με άλλο ύφος και άλλα επιχειρήματα, με διάθεση να συμβάλει στη βελτίωση της δημόσιας συζήτησης, θα εκθέσει τους πιο δυναμικούς συντρόφους του, αποδεχόμενος ότι η έως τώρα πορεία ήταν λάθος. Το πιθανότερο είναι να στοιχηματίσει ότι οι οπαδοί προτιμούν τον «τσαμπουκά» από τη «σύνθεση απόψεων», αδιαφορώντας για το πώς αυτό φαίνεται στην ευρύτερη κοινωνία. 

Στην πολιτική μας, ουδείς έχασε ποντάροντας στην ένταση. Ομως, η χώρα πάντα χάνει. Η ποινικοποίηση της πολιτικής και η πολιτικοποίηση ζητημάτων του ποινικού κώδικα, οι ύβρεις, οι υπερβολές, τα αλληλοσυγκρουόμενα «εμείς καλοί – εσείς κακοί» και «όλοι το ίδιο είναι», προκαλούν μια σύγχυση όπου αθώοι πληρώνουν αδίκως, ενώ ένοχοι ξεγλιστρούν. Οταν οι πολίτες περιμένουν τα χειρότερα απ’ όλους, φαντάζονται τα χειρότερα, δεν εμπιστεύονται θεσμούς και διαδικασίες. Τότε, η αντίληψη της πραγματικότητας καθορίζεται από την πολιτική μας θέση και την ψυχοσύνθεση του καθενός. Ετσι, δεν στερεώνει καμία πολιτική. Η βελτίωση της ποιότητας της πολιτικής αντιπαράθεσης είναι προϋπόθεση για δημοκρατία και πρόοδο. Καιρός είναι να τη συζητήσουμε με σοβαρότητα.