ΑΠΟΨΕΙΣ

Πιστεύω τα θύματα

Από όπου κι αν το δει κανείς, το ελληνικό #metoo είναι μια τρομερή έκπληξη. Ποιος το περίμενε ότι η ελληνική κοινωνία θα ήταν τόσο έτοιμη να σηκώσει το χαλί και να φέρει στην επιφάνεια ένα μέρος, έστω, από το ζόφο και το σκοτάδι που κρύβονταν μέσα της από πάντα; Πού βρέθηκε τόση ωριμότητα; Πότε συνέβη αυτή η ενηλικίωση και δεν το πήραμε χαμπάρι; 

Ο διάλογος πλέον διεξάγεται στα social media, στα δελτία ειδήσεων, σε πρωτοσέλιδα και σε μεσημεριανές τηλεοπτικές εκπομπές, όχι πάντα με σοβαρότητα και νηφαλιότητα, προφανώς, αλλά πλέον το θέμα είναι έξω, στο επίκεντρο της προσοχής. Η κοινωνία το βλέπει το επεξεργάζεται, το δουλεύει, όπως μπορεί τουλάχιστο, με τα εργαλεία που έχει διαθέσιμα.  

Προφανώς, λίγα είναι τα ουσιαστικά πράγματα που μπορεί να προσθέσει ένας μεσήλικας άνδρας στο γενικότερο διάλογο γι’ αυτό το θέμα, αλλά σε αυτό το άρθρο θα ήθελα να mansplain λίγο κάτι που μπορεί σε κάποιους να φανεί χρήσιμο. 

Όπως συμβαίνει με σχεδόν όλα τα θέματα, και γύρω απ’ το #metoo εμφανίζονται οι ναιμεναλλάδες. Αυτές οι φωνές (σχεδόν αποκλειστικά ανδρών) που, τσουπ, ξεπροβάλλουν πάντα όταν υπάρχει ένα θέμα που έχει να κάνει με δικαιώματα ή γενικότερα με την κοινωνική πρόοδο και επιθυμούν να προσφέρουν “την άλλη άποψη”, ακόμα κι όταν η άλλη άποψη είναι ευρύτατα γνωστή και κανείς δεν την ζήτησε ή την χρειάζεται. Είναι ο επιφυλακτικός λόγος που στην περίπτωσή μας συνήθως περιλαμβάνει λέξεις όπως “ανθρωποφαγία” και “λαϊκά δικαστήρια” και “cancel culture” και “πολιτική ορθότητα”. Είναι αυτοί που καλούν σε νηφαλιότητα. Σε ψυχραιμία. Να μην καταδικάζουμε όσους καταγγέλονται πριν αποφανθεί τελεσίδικα η δικαιοσύνη, λένε. 

Μέσα στο πλαίσιο του #metoo, τι απαντάμε σε αυτούς; Πώς αντιμετωπίζουμε τις παρεμβάσεις τους; Ή, για να το πω καλύτερα, πώς τους εξηγούμε λίγο καλύτερα τι είναι αυτό που συμβαίνει; Γιατί είναι προφανές ότι δεν έχουν καταλάβει. 

Η απάντηση κατά τη γνώμη μου είναι τρεις λέξεις. Μόνο τρεις. Η πρώτη είναι “πιστεύω”. Η δεύτερη είναι “τα”. Και η τρίτη: “θύματα”. Πιστεύω τα θύματα. Αυτές οι τρεις λέξεις αρκούν για να εξηγήσουν στον οποιονδήποτε το #metoo και ίσως να βοηθήσουν και κάποιους να χωνέψουν το τι θα γίνει παρακάτω στην κοινωνία μας. 

Πιστεύω τα θύματα. 

Όταν διαβάζω ή ακούω τις καταγγελίες όλων αυτών των θαρραλέων θυμάτων που βγαίνουν και μιλάνε για τις τραυματικές τους εμπειρίες, τις πιστεύω. Αυτά που ισχυρίζονται ότι τους συνέβησαν; Πιστεύω ότι πράγματι τους συνέβησαν. Τα απαίσια πράγματα που υποστηρίζουν ότι τους έκαναν; Πιστεύω ότι τους τα έκαναν. Κατά τη γνώμη μου, λένε την αλήθεια. Το πιστεύω. 

Ναι, αλλά θα σου πούνε, πώς το πιστεύεις; Όλα τα πιστεύεις; Όποιος βγει και πει ότι του επιτέθηκαν πριν από τριάντα χρόνια θα το πιστέψεις; Κι αν κατηγορούν αυτούς τους ανθρώπους άδικα; Αυτές δεν είναι παράλογες ερωτήσεις, αλλά έχουν όλες καλές απαντήσεις. Είναι αλήθεια ότι δεν έχω μελετήσει κανένα φάκελο και καμιά δικογραφία. Δεν έχω ανακρίνει κανέναν, δεν έχω διασταυρώσει μαρτυρίες, δεν έχω κάνει εργαστηριακές εξετάσεις στο νεροχύτη του καμαρινιού όπου φέρεται να κατούρησε ο τάδε ηθοποιός. Αλλά δεν έχω πιστέψει κι άκριτα. Κανένας δεν πιστεύει κανέναν ποτέ εντελώς άκριτα. Όλοι έχουμε κριτήρια, προδιαγραφές, φίλτρα, έστω και ασυνείδητα. Μπορεί να μην αρκούν για να κρίνουν αν κάποιος χρειάζεται να μπει στη φυλακή ή όχι (έχουμε άλλους θεσμούς γι’ αυτή τη δουλειά) αλλά αρκούν και με το παραπάνω για να παίρνουμε προσωπικές αποφάσεις για τη ζωή μας. 

Το τελευταίο διάστημα έχουμε ακούσει ή διαβάσει προσεκτικά ανθρώπους να λένε πράγματα για τον εαυτό τους και για τις εμπειρίες τους που συνήθως οι άνθρωποι δεν αποκαλύπτουν. Πράγματι, τέτοια πράγματα οι άνθρωποι πολύ σπάνια τα λένε για πλάκα ή με άλλα κίνητρα. Διάφορες έρευνες έχουν υπολογίσει το ποσοστό ψευδών καταγγελιών για βιασμούς ή κακοποίηση σε πολύ χαμηλά μονοψήφια νούμερα -υπάρχει μια ανάλυση που υπολογίζει ότι το ποσοστό των ανδρών που κατηγορούνται ψευδώς για βιασμό στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι απειροελάχιστο, μικρότερο κι από το ποσοστό των ανδρών που βιάζονται. Είναι πολύ, πολύ σπάνιο τέτοιες καταγγελίες να είναι ψέματα. 

Παρ’ όλα αυτά τις διαβάζουμε κριτικά. Κρίνουμε: ποιος είναι αυτός που μιλάει; Πώς τα λέει; Ακούγονται πιστευτά; Επιβεβαιώνονται ή υποστηρίζονται κι από άλλους; Επιπλέον, όλα αυτά τα διαβάζουμε και τα ακούμε σε ένα περιβάλλον ελεύθερης έκφρασης και πληροφορίας, στο οποίο οι καταγγελθέντες έχουν κάθε περιθώριο να απαντήσουν. Όπως πολλοί, έχω κι εγώ την έμφυτη διάθεση να κατανοήσω, να δικαιολογήσω και να συγχωρήσω οποιαδήποτε συμπεριφορά, και σε έναν κόσμο ακαριαίας ενημέρωσης και διαρκούς πληροφόρησης οι κατηγορούμενοι δικαιούνται και έχουν άπειρες ευκαιρίες να εξηγήσουν, να απολογηθούν ή και να ζητήσουν συγγνώμη. Στην πράξη, όπως έχει εξελιχθεί το φαινόμενο μέχρι τώρα, μετά από κάθε τέτοια καταγγελία το πιο πιθανό δεν είναι να δούμε μια αξιοπρεπή και κρυστάλλινη απάντηση από τον καταγγελθέντα, αλλά να εμφανιστούν άλλες τρεις-τέσσερις καταγγελίες εναντίον του. Όπως και να ‘χει, το συμπέρασμα σε όσες περιπτώσεις έχω ακούσει και διαβάσει ως τώρα είναι ξεκάθαρο και έχω καταλήξει στο εξής: πιστεύω τα θύματα. 

Μα, λένε, η προσωπική γνώμη του καθενός δεν έχει και τόση αξία. Για να μάθουμε τι έγινε και για να κρίνουμε πρέπει να περιμένουμε τη δικαιοσύνη να αποφανθεί. Και η απάντησή μου εδώ είναι: γιατί; Γιατί να περιμένουμε τη δικαιοσύνη να αποφανθεί; Η δικαιοσύνη δεν κάνει τη ίδια δουλειά με εμένα. Η δικαιοσύνη θα αποφανθεί για το αν αυτοί οι άνθρωποι δικαιούνται να περπατούν ελεύθεροι ανάμεσά μας ή πρέπει να τιμωρηθούν σύμφωνα με όσα προβλέπει ο νόμος. Εγώ δεν έχω καμία τέτοια αρμοδιότητα και θα αποφανθώ αποκλειστικά γι’ αυτό για το οποίο έχω αρμοδιότητα, και μάλιστα την αποκλειστική αρμοδιότητα: για το αν εγώ προσωπικά θέλω να τους βλέπω μπροστά μου ή στην τηλεόραση ή να τους ακούω, για το αν θα αγοράζω τα προϊόντα που πουλάνε ή για το αν θα τους ψηφίσω. Όλα αυτά είναι δική μου αρμοδιότητα, δεν την επιβάλλω σε κανέναν άλλο και δεν πέφτει σε κανέναν λόγος περί αυτού. Δεν χρειάζεται να περιμένω τη δικαιοσύνη γι’ αυτό -αφού πιστεύω τα θύματα. 

Ναι, θα πει ο άλλος, μα μήπως αυτό είναι η cancel culture, αυτό το κακό πράγμα, που αποφασίζουν άνθρωποι μαζικά να τελειώσουν την καριέρα ανθρώπων που δεν έχουν καταδικαστεί για τίποτε; Και η απάντηση και εδώ είναι οι γνωστές τρεις λέξεις: πιστεύω τα θύματα. Κι εφόσον πιστεύω τα θύματα, τι περιμένετε; Να συνεχίσω να αντιλαμβάνομαι τους θύτες ως δυνητικά αθώους και αμόλυντους καλλιτέχνες; Να πάω να τους δω στο θέατρο, να τους χειροκροτήσω, επειδή η δικαιοσύνη δεν έχει αποφανθεί τελεσίδικα ότι είναι τέρατα; Μα έχω αποφανθεί εγώ. Πιστεύω τα θύματα. Άρα, πιστεύω ότι είναι τέρατα. Το ότι η δικαιοσύνη δεν έχει αποφανθεί σημαίνει ότι δεν θα έχουν (ακόμα) νομικές συνέπειες. Από εμένα, όμως, θα έχουν συνέπειες. Κι επειδή είμαστε πάρα πολύ αυτοί που πιστεύουμε τα θύματα, και επειδή όλοι μας μεμονωμένα έχουμε την ελευθερία να αποφασίσουμε για τον εαυτό μας και για το τι βλέπουμε, ακούμε και κάνουμε, πολλές καριέρες τέτοιων ανθρώπων θα τελειώσουν. Όχι επειδή μαζευτήκαμε “για να τους τελειώσουμε” αλλά επειδή δεν θέλουμε να τους βλέπουμε. Επειδή ακούσαμε τι έκαναν στα θύματα, και το πιστεύουμε. 

Μα, θα σου πουν, μήπως αυτό είναι λαϊκό δικαστήριο;  Αυτό δεν είναι λαϊκό δικαστήριο. Λαϊκό δικαστήριο είναι αν μαζευτούμε μερικοί από εμάς που πιστεύουμε τα θύματα, και πάμε και να κλειδώσουμε τους θύτες σε κανένα υπόγειο, ή τους λιντσάρουμε. Κάτι που δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να κάνουμε. Ίσα ίσα, εύχομαι να είναι καλά οι άνθρωποι, να ζήσουν τη ζωή τους (ελεύθεροι, όσοι το δικαιούνται), να σκεφτούν τα λάθη τους, να αναζητήσουν τη λύτρωση και τη συγχώρεση όπως νομίζουν. Το να μην ξαναπάω να τους δω στο θέατρο ή το να αλλάξω το κανάλι αν εμφανιστούν στην οθόνη της τηλεόρασης δεν είναι παρέμβαση στα δικαιώματά τους. Είναι δικαίωμά μου.

Οι συνέπειες του #metoo δεν είναι ακόμα προφανείς. Δεν ξέρουμε τι θα αφήσει στην κοινωνία μας, ή πώς την αλλάζει από τώρα. Μπορεί κάποια καθάρματα να διστάζουν ήδη να απλώσουν χέρι. Μπορεί κάποιες ζωές και κάποια σώματα να έχουν σωθεί. Μπορεί άλλοι, οι καριέρες των οποίων εξαρτώνται από την φήμη τους (ηθοποιοί, τραγουδιστές, πολιτικοί, διευθυντές, δημοσιογράφοι) να έχουν πάρει το μήνυμα και να έχουν πάρει κάποιες αποφάσεις για τη ζωή τους και για το πώς πρέπει να συμπεριφέρονται στο εξής. Μπορεί να μην έχει καταλάβει κανένας ακόμα τίποτε. Θα καταλάβουν αργότερα. Το σημαντικό που αξίζει να θυμόμαστε, όμως, είναι ότι στον πυρήνα αυτού που συμβαίνει βρίσκεται μια απλή, ξεκάθαρη αλήθεια που δεν ξετυλίγεται σε επίπεδο κοινωνίας αλλά ξεκινά από τον καθένα και την καθεμία ξεχωριστά, καθώς παρακολουθούμε τις καταγγελίες σοκαρισμένοι, με ανακούφιση και δέος. 

Είναι τρεις απλές λέξεις.