ΑΠΟΨΕΙΣ

Πολεμιστής, διανοούμενος και ευπατρίδης

polemistis-dianooymenos-kai-eypatridis

Μια μέρα, ο Ιωάννης Κ. Μαζαράκης-Αινιάν μπήκε σε ένα ταξί. Κάθισε αναπαυτικά στη θέση του, όταν είδε κάτι που έκανε την καρδιά του να σκιρτήσει: το πατάκι που χρησιμοποιούσε ο οδηγός. Ο νους του γύρισε πολλά χρόνια πίσω. Στο οικογενειακό αρχοντικό, γωνία Αρδηττού και Μάρκου Μουσούρου, το οποίο λεηλατήθηκε και ανατινάχθηκε από τον ΕΛΑΣ, τον Δεκέμβριο του 1944. Ο Μαζαράκης, είκοσι ενός ετών τότε, μάχονταν στις τάξεις της ΙΙΙ Ορεινής Ταξιαρχίας, όχι πολύ μακριά από το πατρικό. Χρόνια μετά, στο ταξί, ο Μαζαράκης αναγνώρισε στο πατάκι του αυτοκινήτου, σπάραγμα από το πολύ χαρακτηριστικό χαλί του σαλονιού τους…
Κάποιος άλλος θα είχε εκπλαγεί. Οχι όμως και ο Μαζαράκης, ο οποίος, επί σειράν ετών μετά τα τραυματικά γεγονότα του 1944, περιδιάβαινε τα παλαιοπωλεία σε αναζήτηση σπαραγμάτων από την οικογενειακή περιουσία και τη μεγάλη συλλογή όπλων του 1821 του πατέρα του. 
Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι ο ίδιος ο Μαζαράκης, ο οποίος πέθανε στις 19 Φεβρουαρίου, στα 97 του, ήταν ολόκληρος Ιστορία. Γεννημένος στην Αθήνα 17 Δεκεμβρίου του 1923, μεγάλωσε στο Μετς, με εξαιρετικά φιλελεύθερη για την εποχή διαπαιδαγώγηση. Ο πατέρας του, Κωνσταντίνος Μαζαράκης-Αινιάν, γνωστός και ως καπετάν Ακρίτας, ήταν από τους κύριους οργανωτές του Μακεδονικού Αγώνα και της απελευθέρωσης της Θράκης. Οταν γεννήθηκε ο Ιωάννης Μαζαράκης, ο πατέρας του ήταν φυλακισμένος από τον δικτάτορα Πάγκαλο, ως επικεφαλής της επιτροπής διερεύνησης των αιτιών της Μικρασιατικής Καταστροφής, έχοντας παραδώσει πόρισμα που αντιστρατευόταν τις υποδείξεις του συμμαθητή του στη Σχολή Ευελπίδων δικτάτορα.

Οταν ξεσπάει ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος, ο Μαζαράκης είναι 17 ετών και σπεύδει αμέσως να καταταγεί, όμως δεν γίνεται δεκτός. Δραστηριοποιείται στο δίκτυο πληροφοριών θαλάσσης του Στρατηγείου Μέσης Ανατολής, ώσπου το 1943 δραπετεύει και κατατάσσεται στην ΙΙΙ Ελληνική Ορεινή Ταξιαρχία (Ρίμινι) με την οποία και επέστρεψε στην Ελλάδα κατά την απελευθέρωση, λαμβάνοντας μέρος στη μάχη της Αθήνας. Τότε ήταν που το πατρικό λεηλατήθηκε και ανατινάχθηκε από τον ΕΛΑΣ. Είχε γίνει στόχος λόγω των μεγαλοαστικών καταβολών της οικογένειας, κυρίως όμως διότι ο πατέρας του είχε φιλοξενήσει στη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού Πολέμου και μετά την απελευθέρωση το στρατηγείο των Βρετανών. 
Τον Αύγουστο του 1945, ο Μαζαράκης εισάγεται στη Σχολή Ευελπίδων και ορκίζεται ανθυπολοχαγός πεζικού τον Μάρτιο του 1947 (πρώτη μεταπολεμική τάξη). Αμέσως τοποθετείται, όπως και όλη η τάξη, αποτελούμενη από 31 ευέλπιδες, στους νεοσύστατους τότε Λόχους Ορεινών Καταδρομών, τα περίφημα ΛΟΚ. Στο εξαιρετικό βιβλίο του «Σημειώματα από τις Μονάδες Καταδρομών, 1947-1949» (εκδ. Μένανδρος), αφηγείται, νηφάλια και αποστασιοποιημένα, τις επιχειρήσεις στις οποίες έλαβε ο ίδιος μέρος, αρχικά στη Ρούμελη, όπου διακρίθηκε κατά την κατάληψη και διατήρηση του υψώματος Τσούκα Τυμφρηστού, στις 19 Απριλίου του 1948. 

Μεταξύ των άλλων, ο συγγραφέας συμμετείχε στις σκληρές μάχες του Βίτσι, τον Οκτώβριο του 1948, κρατώντας το ύψωμα επί διήμερο παρά τις σφοδρές αντεπιθέσεις του εχθρού ημέρα και νύχτα. Τιμήθηκε με μια προαγωγή επ’ ανδραγαθία, με το Χρυσούν Αριστείον Ανδρείας επτά φορές, τον Πολεμικό Σταυρό τέσσερις και το Μετάλλιο των Εξαιρέτων Πράξεων δύο. Ο ίδιος θυμόταν με περηφάνια την καλή του σχέση με τους κληρωτούς, τις λίγες απώλειες που κατάφερνε να έχει, αλλά και την ανθρώπινη αντιμετώπιση που έδειχνε σε αιχμαλώτους του Δημοκρατικού Στρατού, με αποτέλεσμα συχνά να κατορθώνει να τους στρατολογεί με το μέρος του. 

Μετά τη λήξη του Εμφυλίου, ο Ιω. Μαζαράκης έγινε διοικητής των ΛΟΚ, αλλά παραιτήθηκε με την εθελουσία έξοδο το 1960, μην ανεχόμενος την κομματική λειτουργία τού εν ειρήνη πλέον στρατού και τις διαμάχες εξουσίας. 

Από αυτό το σημείο ξεκινά η σημαντική του πορεία ως σκεπτόμενου, και μάχιμου στον χώρο της σκέψης και της Ιστορίας πλέον, πολίτη. Ενδεικτικά: το 1962 τοποθετήθηκε, έπειτα από διαγωνισμό, νομάρχης Καστοριάς. Εγινε ιδιαίτερα αγαπητός λόγω της επιμονής του σε πρακτικές λύσεις και στην προσωπική του εμπλοκή. Διηγούνταν πώς έπαιρνε τα στρατιωτικά του σκι και ανέβαινε στα αποκλεισμένα από το χιόνι χωριά για να συνδράμει. Επιπροσθέτως, φρόντισε και αγόρασε με δικά του προσωπικά έξοδα το σπίτι όπου σκοτώθηκε ο Παύλος Μελάς στη Στάτιστα (Μελάς) και το απέδωσε στον τοπικό δήμο. Εκτοτε, μέσω του Συλλόγου προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων, φρόντιζε να επιμελείται και να χρηματοδοτεί τη συντήρηση του σπιτιού. 

Τον Απρίλιο του 1967 παραιτήθηκε, αρνούμενος να ορκισθεί στο καθεστώς των συνταγματαρχών. Συνελήφθη και περιορίσθηκε κατ’ οίκον για συμμετοχή σε αντιδικτατορικές ενέργειες ως συνεργάτης του Γιάγκου Πεσμαζόγλου, με τον οποίο μετά το τέλος της δικτατορίας μαζί με άλλους συμμετείχε στην ίδρυση του Κόμματος Δημοκρατικού Σοσιαλισμού (ΚΟΔΗΣΟ). 

Μεταπολιτευτικά, διετέλεσε άτυπος σύμβουλος του ακαδημαϊκού Κωνσταντίνου Τρυπάνη για όσο καιρό εκείνος ήταν υπουργός Πολιτισμού στην κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή, με κύρια προσπάθεια την αναστροφή του αρνητικού κλίματος στην Ευρώπη για την Ελλάδα στον χώρο του πολιτισμού. 

Κατά το διάστημα 1977-1979, στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την είσοδο της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ, διηύθυνε το ελληνικό Γραφείο Τύπου στις Βρυξέλλες. Το 1979, συνταξιούχος πλέον, εκλέγεται συνεχώς μέχρι το 2018 γενικός γραμματέας της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος και γίνεται κινητήριος δύναμη του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, το οποίο, με την πάροδο των ετών, μεταβλήθηκε από συντηρητικό σε δυναμικό ίδρυμα με μεγάλο αριθμό εκδόσεων, εκθέσεων και άλλων δραστηριοτήτων. Ο ίδιος υπήρξε πολυγραφότατος, κυρίως σε θέματα σχετικά με την Ελληνική Επανάσταση και τον Μακεδονικό Αγώνα.

Ηταν από το 1957 παντρεμένος με τη Ζωή Φιλίππου Δραγούμη, κόρη του Φίλιππου Δραγούμη, αδελφού του Ιωνος και της Ναταλίας Μελά και εγγονή του Στέφανου Δραγούμη, σε ένα γάμο που στην εποχή του είχε συζητηθεί ως μια πρώτη συνένωση σημαντικών οικογενειών από τα αντίπαλα στρατόπεδα των βενιζελικών και βασιλικών. Μαζί απέκτησαν τρία αγόρια, τους Κωνσταντίνο, Αλέξανδρο και Φίλιππο. 

Οπως εκμυστηρεύθηκε στον γράφοντα ο Φίλιππος Μαζαράκης, «μολονότι είχε τιμηθεί από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωστή Στεφανόπουλο με τον Ανώτερο Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικα και με Αργυρό Μετάλλιο από την Ακαδημία Αθηνών το 2018, είχε αρνηθεί πρόταση για εκλογή του στην Ακαδημία. Δεν ήθελε διακρίσεις που θα τον αποσπούσαν από την ενεργό δράση του. Δεν ήθελε να εμφανίζεται “τιμώμενος”. Κατά την τελετή στην Προεδρία της Δημοκρατίας είχε φροντίσει με τον τρόπο του ακόμα κι εμείς τα παιδιά του να μην παριστάμεθα»…