ΑΠΟΨΕΙΣ

Προβλήματα αναθέρμανσης της παγκόσμιας οικονομίας

Οι πρώτες ενδείξεις άρχισαν να εμφανίζονται πριν από  μερικούς μήνες. Ο πληθωρισμός δεν έχει ημερομηνία γέννησης, υποστηρίζουν κάποιοι που τον περιγράφουν σαν ασθένεια του χρήματος. Κανείς δεν ξέρει πότε άρχισε ούτε με ποια ταχύτητα θα εξαπλωθεί.

Μετά μια μακρά περίοδο μηδενικού πληθωρισμού, αλλά και μηδενικών επιτοκίων, η πανδημία επέβαλε την τόνωση της οικονομίας. Τεράστια ποσά από τις κεντρικές τράπεζες και τις κυβερνήσεις διατέθηκαν προκειμένου να αποφευχθεί η κατάρρευση των οικονομιών. Η παροχή ρευστότητας είχε επιπτώσεις τόσο στην κατανάλωση όσο και στην απασχόληση, και όλοι ετοιμάζονται για την επόμενη φάση, της ισχυρής ανάπτυξης και σε χώρες που έχουν πληγεί από την υγειονομική κρίση, τις ΗΠΑ, την Ευρώπη. Ωστόσο, μαζί με τη γρήγορη ανάπτυξη, αρχίζει νέα περίοδος, διαφορετική από την προηγούμενη. Με επανεμφάνιση πληθωρισμού, με ανησυχίες για δημοσιονομικά θέματα που δεν μας είχαν απασχολήσει την περίοδο χαμηλών επιτοκίων, όταν η εξυπηρέτηση του χρέους ήταν «εύκολη» υπόθεση καθώς οι δαπάνες ήταν μικρό ποσοστό του ΑΕΠ.

Στη φάση της αναθέρμανσης της οικονομίας, υπάρχει ταυτόχρονα αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας, αλλά και άνοδος τιμών. Εχουμε επισημάνει και πριν από μερικές εβδομάδες το μη αναμενόμενο, να ανθούν μέσα στην πανδημία τα χρηματιστήρια. Δεν είναι μόνον αυτό. Τους τελευταίους μήνες και ενώ πολλές οικονομίες  είναι «κλειστές» η τιμή του χαλκού αυξήθηκε πάνω από 30% σε σύγκριση με τον Νοέμβριο. Οι τιμές βασικών μετάλλων (ΙΥΜ) την ίδια περίοδο αυξήθηκαν πάνω από 20%, ενώ το δολάριο είχε πτώση 3% και η αξία των μακροπρόθεσμων ομολόγων μειώθηκε τουλάχιστον 11%. Ο πληθωρισμός είναι ακόμη χαμηλός, αλλά οι προσδοκίες για την άνοδό του μεγαλώνουν. Αυτή είναι η σημερινή τάση και δεν θα σταματήσει. Η εύκολη θεώρηση της πραγματικότητας δείχνει ευοίωνη. Είναι καλό να υπάρχουν προοπτικές αναθέρμανσης της οικονομίας και ανόδου των τιμών. Ο ελεγχόμενος πληθωρισμός ευνοεί επιχειρήσεις που δημιουργούν τζίρο και κέρδη και είναι ακόμη καλύτερος για όσους έχουν οφειλές. Θα πληρώσουν τα χρέη με «φθηνότερο» χρήμα. 

Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι κάποια στιγμή οι κεντρικές τράπεζες θα αποφασίσουν ότι πρέπει να δοθεί έμφαση όχι πλέον στην ανάκαμψη της οικονομίας αλλά στον έλεγχο του πληθωρισμού, ώστε να μην ξεφύγει, και τότε θα αυξήσουν τα επιτόκια. Η προσδοκία αυτή απαξιώνει τα ομόλογα με σταθερό επιτόκιο. Τα κεφάλαια που έχουν τοποθετηθεί σε αυτά θα αποδίδουν λιγότερα από όσα προσφέρουν τα καινούργια ομόλογα. Οσοι (ιδιώτες ή επενδυτικοί οργανισμοί) τοποθέτησαν κεφάλαια σε παλιά, χαμηλότοκα ομόλογα θα θέλουν να απαλλαγούν από αυτά ώστε να αγοράσουν καινούργια.

Οι επενδυτές που αγόρασαν «σίγουρα» εταιρικά ομόλογα θα διαπιστώσουν ότι το επιτόκιο που εισπράττουν είναι πολύ χαμηλό, ασύμφορο. Οι εταιρείες που θέλουν να εκδώσουν νέα ομόλογα θα αντιληφθούν ότι δεν είναι τόσο εύκολο όσο στο παρελθόν και σίγουρα δεν θα έχουν ελκυστικό επιτόκιο. Η φάση αυτή δεν θα έχει επιπτώσεις μόνο στα επιτόκια των δανείων και των ομολόγων. Οι κυβερνήσεις θα θέλουν να ισορροπήσουν τα χαμένα έσοδά τους με αύξηση των φόρων. Μπορεί να προσφέρουν ως κίνητρο ότι η αύξηση των φόρων δεν είναι άμεσης εφαρμογής όπως οι επιδοτήσεις, αλλά θα έρθουν αργότερα. Η περίοδος χαμηλών επιτοκίων και μείωσης των φορολογικών βαρών θα γίνει μια ωραία ανάμνηση.

Πολλές ελληνικές εταιρείες θα έχουν συνέπειες από την κατάσταση αυτή, αλλά το ελληνικό δημόσιο μοιάζει αρκετά προστατευμένο και, συνεπώς, οι δημοσιονομικές συνέπειες θα είναι περιορισμένες. Το μεγαλύτερο μέρος του δημοσίου χρέους είναι σχετικά μακράς διάρκειας και βρίσκεται στα χέρια των ευρωπαϊκών θεσμών και όχι επενδυτικών οργανισμών.