ΑΠΟΨΕΙΣ

Μείωση συντελεστή ΦΠΑ για γρήγορη ανάπτυξη

Η υγειονομική κρίση που διαρκεί ήδη ένα χρόνο και δεν είναι βέβαιο πότε θα ξεπεραστεί πλήρως, ανοίγει νέα θέματα. Και στη φορολογία. Η έκθεση Πισσαρίδη (Σχέδιο Ανάπτυξης για την Ελληνική Οικονομία) είχε θέσει εύστοχα ως προτεραιότητα τη μείωση των φορολογικών βαρών στη μισθωτή εργασία. Η ιδιαιτερότητα του φορολογικού συστήματος, που συνήθως αποσιωπάται, είναι ότι μεγάλο μέρος του πληθυσμού εξαιρείται από τη φορολογία. Αλλοι επειδή έχουν χαμηλό εισόδημα, άλλοι επειδή δηλώνουν χαμηλό εισόδημα κ.λπ. δεν πληρώνουν φόρο. Το βάρος αναλαμβάνουν οι μισθωτοί και ιδιαίτερα τα μεσαία στρώματα, οι… ψευδοπλούσιοι, που δεν μπορούν να κρύψουν έσοδα.

Γι’ αυτό ο τρόπος που το ελληνικό Δημόσιο συγκεντρώνει φόρους είναι οι έμμεσοι φόροι και κυρίως ο ΦΠΑ. Ολες σχεδόν οι κυβερνήσεις ορκίζονταν στο όνομα της κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά αύξησαν τους συντελεστές ΦΠΑ, ακολουθώντας τον εύκολο δρόμο για τη συγκέντρωση φορολογικών εσόδων.

Η πανδημία, και η ανάγκη δρομολόγησης της γρήγορης ανάπτυξης που χρειάζεται η οικονομία, επιβάλλει αναπροσανατολισμό των προτεραιοτήτων. Ανάμεσά τους μπορεί να είναι και η μείωση του βασικού συντελεστή ΦΠΑ. Η Ελλάδα με συντελεστή ΦΠΑ 24% από το 2016 βρίσκεται στην πέμπτη θέση των κρατών-μελών του ΟΟΣΑ, μετά τις Ουγγαρία (27%), Δανία, Νορβηγία, Σουηδία (25%), ενώ ο μέσος όρος ΟΟΣΑ είναι 19,2%.

Μια ευεργετική συνέπεια της πανδημίας (υπάρχουν και τέτοιες…) είναι ότι αυξήθηκαν σημαντικά οι συναλλαγές με πιστωτικές και χρεωστικές κάρτες και, συνεπώς, περιορίζεται η φοροδιαφυγή που αφορούσε και τον ΦΠΑ. Παράλληλα, ο ψηφιακός μετασχηματισμός που έχει κάνει μεγάλα άλματα, ρυθμίσεις που ετοιμάζονται όπως τα ηλεκτρονικά τιμολόγια ή και η σύνδεση ταμειακών μηχανών με την εφορία, διαμορφώνουν νέο καθεστώς. Προφανώς η φοροδιαφυγή δεν θα εξαλειφθεί, αλλά είναι βέβαιο ότι περιορίζεται σε ό,τι αφορά τον ΦΠΑ.

Το ύψος του βασικού συντελεστή ΦΠΑ είναι πρόβλημα, όχι όμως το πλέον σοβαρό. Το κρίσιμο είναι ότι το Δημόσιο εισπράττει μέρος μόνον των εσόδων που θα έπρεπε.

Σύμφωνα με την έκθεση Πισσαρίδη, η Ελλάδα εμφανίζει (πριν από την πανδημία) τη δεύτερη υψηλότερη υστέρηση στον ΦΠΑ στην Ευρωπαϊκή Ενωση, με 33,6% της συνολικής φορολογικής απαίτησης (VAT total tax liability).

Αλλά και σύμφωνα με στοιχεία ΟΟΣΑ, αν υπολογίσουμε το σύνολο των αγαθών και υπηρεσιών που καταναλώνονται στην οικονομία, ο συντελεστής εσόδων ΦΠΑ είναι 0,44 για την Ελλάδα. Το Δημόσιο εισπράττει το 44% του ΦΠΑ που θα έπρεπε. Και αυτή η επίδοση είναι σχεδόν διαχρονική από 1990 έως το 2018. Μέσα στη μακρά αυτή περίοδο, η χειρότερη επίδοση ήταν το 2013, οπότε οι εισπράξεις ΦΠΑ έφθασαν το 36% των κανονικών ενώ η καλύτερη επίδοση εμφανίζεται το 2002, που υπολογίζεται σε 52% των εισπράξεων που μπήκαν στα δημόσια ταμεία.

Ο υψηλός συντελεστής ΦΠΑ δεν σημαίνει ότι είναι ανάλογου ύψους και τα κρατικά έσοδα. Ακόμη και με τη μείωση του ΑΕΠ που εμφάνιζε η ελληνική οικονομία, τα έσοδα από ΦΠΑ ήταν 8,3% του ΑΕΠ, ενώ στη Γερμανία με πολύ μεγαλύτερο ΑΕΠ τα έσοδα ΦΠΑ είναι 7% του ΑΕΠ με βασικό συντελεστή ΦΠΑ 16% και στην Ιταλία που έχει υψηλή φοροδιαφυγή αλλά συντελεστή 22%, το 6,2% του ΑΕΠ. Σύμφωνα με τα στοιχεία ΟΟΣΑ, ο αρνητικός πρωταγωνιστής είναι η Τουρκία, που έχει μικρό συντελεστή (18%) αλλά και πολύ χαμηλό ποσοστό εσόδων ΦΠΑ ως προς το ΑΕΠ. Η φοροδιαφυγή χρηματοδοτεί την ευημερία…

Μια μεγάλη ευκαιρία της ελληνικής οικονομίας κρύβεται πίσω από την πρόκληση να μειωθεί ο συντελεστής ΦΠΑ και να αυξηθεί ταυτόχρονα η εισπραξιμότητα του φόρου, ώστε να περιοριστούν οι απώλειες εσόδων για το Δημόσιο, αλλά και να ενισχυθούν η ανταγωνιστικότητα, η κατανάλωση, και να μειωθεί το κόστος προϊόντων και υπηρεσιών.