ΑΠΟΨΕΙΣ

«Μετά βίας βλέπω, μετά βίας ακούω. Επιπλέω»

Στα «ταξίδια» δύσκολα το κατατάσσεις. Τουλάχιστον κυριολεκτώντας. Καμία μετακίνηση, καμία περιπλάνηση. Η κάμερα είναι στημένη πίσω από γρίλιες, παρακολουθείς δυο-τρεις αχνές φιγούρες στα απέναντι μπαλκόνια, σε δραστηριότητες ρουτίνας. Πίνουν καφέ, ποτίζουν, μιλάνε από απόσταση μεταξύ τους. Ακούγονται ήχοι και η φωνή της σκηνοθέτιδος που αφηγείται. Οχι κάτι συγκεκριμένο. Σαν αποσπάσματα από σελίδες ημερολογίου ή, για την ακρίβεια, σκόρπιες σημειώσεις. Σπάνια ο φακός αποτυπώνει μια διαφορετική άποψη της ίδιας θέας ή, ακόμη σπανιότερα, κινηματογραφεί την παραλία του Τελ Αβίβ. Γιατί η Σαντάλ Ακερμάν γύρισε το «Εκεί κάτω» το 2006, σε ένα παραθαλάσσιο διαμέρισμα, χωρίς επαφή με άλλους ανθρώπους, μέσα στους τέσσερις τοίχους ενός διαμερίσματος. Το 78λεπτο ντοκιμαντέρ προβάλλεται στην ενότητα «Ταξίδι» του 23ου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, που διεξάγεται online και ολοκληρώνεται σήμερα. 

Η σημαντική αυτή Βελγίδα σκηνοθέτις (1950-2015), με γονείς Πολωνοεβραίους, επιζήσαντες του Ολοκαυτώματος, επισκέφτηκε το Τελ Αβίβ αναζητώντας την εβραϊκή της ταυτότητα. Αυτή είναι η επίσημη εκδοχή και εν μέρει πραγματική. Ομως η Ακερμαν υπέφερε και η ίδια από το τραύμα της μητέρας της, η οποία ενώ δεν μιλούσε ποτέ για το στρατόπεδο συγκέντρωσης «μπορούσε κανείς να αισθανθεί τον πόνο της». Ως παιδί, όπως έχει εκμυστηρευθεί σε συνέντευξή της, έμενε για ώρες πίσω από το παράθυρο, μόνη της, κοιτώντας τι συνέβαινε στον δρόμο, διότι η μητέρα της φοβόταν να την αφήσει να πάει να παίξει μαζί με τα άλλα παιδιά. «Ημουν ένα γερασμένο παιδί», έχει πει. 
Αν ξεχωρίζουμε αυτό το ντοκιμαντέρ ανάμεσα στα όσα –εξαιρετικά– είδαμε στο 10ήμερο του Φεστιβάλ, είναι γιατί αυτή η γυναίκα που έδωσε τέλος στη ζωή της στα 65 της χρόνια, είναι σαν να βιώνει τη συνθήκη απομόνωσης και «κοινωνικής αποστασιοποίησης» σε μια εποχή που τίποτα δεν την προμήνυε. Πριν από 14 χρόνια περιγράφει ένα βίωμα, το οποίο αν αποδεσμευθεί από τα δεδομένα της δικής της ζωής, είναι σαν να γυρίστηκε τον τελευταίο χρόνο. Η Σαντάλ Ακερμάν απέκτησε τον τίτλο της «πρωτοπόρου» με μεγάλο εσωτερικό βάσανο, μετασχηματίζοντας βαθιά τραύματα, κάποια κληρονομημένα, σε ένα σινεμά που πειραματιζόταν με τον χρόνο, την επανάληψη και τη διάρκεια των πραγμάτων. 

«Δεν νιώθω ότι ανήκω κάπου», ακούγεται μια βραχνή, αισθαντική φωνή στα αγγλικά με έντονη γαλλική προφορά. Ενα γοητευτικό μείγμα, μέσα από το οποίο κάθε λέξη εκστομίζεται με καθαρότητα και σαφήνεια. «Και το λέω χωρίς πραγματικό πόνο, χωρίς υπερηφάνεια. Η υπερηφάνεια προκύπτει. Οχι, απλώς, είμαι αποκομμένη. Είμαι αποσυνδεδεμένη απ’ όλα. Εχω μερικές άγκυρες και μερικές φορές τις αφήνω ή με αφήνουν αυτές και παρασύρομαι. Μερικές φορές κρατιέμαι πάνω τους. Για μερικές ημέρες, λεπτά, δευτερόλεπτα. Μετά, τις αφήνω ξανά… Μετά βίας βλέπω. Μετά βίας ακούω. Ημίτυφλη, ημίκωφη. Επιπλέω. Μερικές φορές βυθίζομαι, αλλά όχι εντελώς. Κάτι, μια λεπτομέρεια, με φέρνει πίσω στην επιφάνεια… και αρχίζω και πάλι να επιπλέω». 

Τη γυναίκα που περνάει αυτήν την ιδιότυπη «καραντίνα» το 2006 δεν τη βλέπουμε ποτέ. Δεν έχει πρόσωπο. Μόνο φωνή, πίσω από την κάμερα, προφέροντας φράσεις – σπαράγματα σκέψεων και αισθήσεων. 

«Επιπλέει» κι εκείνη όπως κι εμείς, μέσα σε διαμερίσματα, με θέα τους απέναντι. Ή ό,τι διαλέγει ο καθένας να έχει «απέναντί» του. Μπορεί να μην είναι γείτονες αλλά σελίδες, εικόνες, οθόνες, περιηγήσεις, αντικείμενα και, κάποτε, το κενό. 

Ο προορισμός της Ακερμάν δεν είναι το «ταξίδι». Εζησε στην Ευρώπη και στην Αμερική, γύρισε περίπου 40 ταινίες, μικρού και μεγάλου μήκους (με κορυφαία τη «Jeanne Dielman») και στις περισσότερες η παρατήρηση μπορεί να είναι η ίδια: μήπως τα πλάνα έχουν πολύ μεγάλη διάρκεια; Είναι στατικά και, κυρίως, επαναλαμβανόμενα; Οι ίδιες κινήσεις, μια ρουτίνα, μέσα στην οποία, με μια πρώτη ματιά, τίποτα ιδιαίτερο δεν συμβαίνει. Και όμως: από τη στιγμή που τις έχει παρακολουθήσει, σε ακολουθούν. Ζουν μαζί σου. 

Το «Εκεί κάτω» θα μπορούσε να είναι και το ημερολόγιο της καραντίνας. Η θολή και μονότονη εξωτερική θέα, που είναι απλώς το φόντο για εσωτερικές διαδρομές. Δαιδαλώδεις, αδιέξοδες, κυκλικές, ποτέ όμως οι ίδιες, ακόμη κι αν έχει κανείς την εντύπωση ότι έχει ξαναπεράσει από το ίδιο μέρος. Αυτό που ξεδιπλώνεται μπροστά μας είναι ο ψυχικός χάρτης.