ΑΠΟΨΕΙΣ

Εχουν, έχουμε εξαντληθεί

«Δεν θα επιτρέψω σε κανέναν να μας διχάσει. Δεν θα αφήσουμε κανέναν να μας γυρίσει πίσω», δηλώνει ο πρωθυπουργός. «Καλώ τον κ. Μητσοτάκη να σταματήσει να επενδύει στον διχασμό. Η Ελλάδα του 2021 δεν θα επιστρέψει στη δεκαετία του 1950», απαντάει ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ. Κι αναρωτιέται κανείς: Γιατί, ενώ και οι δύο πολιτικοί αρχηγοί αποστρέφονται τον διχασμό, όταν έρθει η ώρα να αντλήσουν τα επιχειρήματά τους, εξαπολύουν μύδρους ο ένας εναντίον του άλλου; Αν η κοινωνική συνοχή είναι στις προθέσεις τους και πιστεύουν πραγματικά ότι «ο ολισθηρός κατήφορος της έντασης πρέπει να τελειώσει εδώ», γιατί ανακυκλώνουν τα ίδια ερωτήματα: Ποιος υποδαυλίζει τα επεισόδια; Ποιοι απευθύνουν προσκλητήρια για διαδηλώσεις και καταλήψεις; Ποιος επενδύει στην πόλωση;

Είναι εύκολο και επαρκώς στοιχειοθετημένο να δείξει κανείς ως υπεύθυνο αναταραχών το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Εχει θητεία σε αυτό, και με τις «επαναστατικές» επιδόσεις του και τη δήθεν «αντιεξουσιαστική» ρητορική του συντηρεί την κοινωνική ένταση και, εξ αυτής, ένα μέρος των ψηφοφόρων του. Ομως, εδώ και καιρό, δεν επαρκούν ούτε το υψωμένο δάχτυλο της κυβέρνησης προς τον ΣΥΡΙΖΑ ούτε η εμφυλιοπολεμική γλώσσα του ΣΥΡΙΖΑ προς την κυβέρνηση. Δεν επαρκούν, γιατί έχουν εξαντληθεί.

Εχει ενδιαφέρον ένα από τα ευρήματα της πρόσφατης πανελλαδικής έρευνας με θέμα «Πανδημία και κοινωνική συνοχή». Συνοψίζοντας τις απόψεις για την κυβέρνηση και την αντιπολίτευση στην πανδημία, το 71% των πολιτών συναινεί με τη διαπίστωση ότι «η κυβέρνηση τα πήγε καλά στην πρώτη φάση, αλλά μετά δείχνει αμηχανία και πέφτει σε αντιφάσεις ως προς την εξαγγελία και την εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων»· το 68% συντάσσεται με την άποψη ότι «η αντιπολίτευση χειρίζεται με κλασικό/μικροκομματικό τρόπο το ζήτημα της πανδημίας».

Τι μπορεί να σημαίνουν οι πλειοψηφικές αυτές τοποθετήσεις; Οτι οι πολίτες, ανεξαρτήτως του τι ψηφίζουν, «βλέπουν». Κρίνουν, γνωρίζουν, αποτιμούν. Μπορεί η έρευνα να μην αφορά ερωτήματα «υψηλής θερμοκρασίας», όπως ήταν τα περιστατικά βίας που διαδραματίστηκαν επί δύο ημέρες στη Ν. Σμύρνη, όμως ποιος αμφιβάλλει ότι η πανδημία είναι η πιο βίαιη ανατροπή της ζωής, τουλάχιστον με τον τρόπο που τη γνωρίζαμε μέχρι και πριν από ένα χρόνο; Η ζωή μας, αγνώριστη και εν πολλοίς άγνωστη. Πώς θα εξελιχθεί δεν μπορεί να προβλεφθεί και οτιδήποτε αφορά το μέλλον γεννά, πρωτίστως, απαισιόδοξες σκέψεις και μπόλικη αγωνία. Ο Τσέχωφ έλεγε ότι «η μόνη παρηγοριά διαρκείας είναι η ελπίδα». Και η ελπίδα, προς το παρόν, μόνο ως φαντασίωση επιθυμιών εμφανίζεται.

Μέσα στον εγκλεισμό, εξαιτίας της πανδημίας, δεν αναφλέγονται μόνο, διαρκώς αυτοτροφοδοτούμενα, ο θυμός και η οργή. Οι καταστροφικές ενορμήσεις παίρνουν το πάνω χέρι. Οι εκτροπές, αναμενόμενες. Δεν συμβαίνουν μόνο στην ελληνική επικράτεια, εξάλλου, αλλά και σε όλο τον κόσμο. Αυτό, ασφαλώς, δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να τιμωρούνται όσοι προκαλούν επεισόδια, όσοι θέτουν σε κίνδυνο την ανθρώπινη ζωή. Είτε είναι ένστολοι είτε πολίτες. Η τιμωρία και η διαφάνεια δε, όταν δεν έρχονται στην ώρα τους, τυφλώνουν.

Κάπως έτσι, από πράξεις που μένουν ατιμώρητες, η ελληνική κοινωνία καθηλώνεται· τόσο σε επίπεδο ιδεών όσο και σε επίπεδο διεργασιών. Ο χουλιγκανισμός παίρνει, στιγμές, το πάνω χέρι, ανοίγει η, πλούσια στην Ελλάδα, δεξαμενή του, η οποία τροφοδοτείται και από τον αντιεξουσιαστικό χώρο, μοιάζει να μεγαλώνει αντί να συρρικνώνεται, να ανακατεύεται περισσότερο με λογής λογής ομάδες και ασυνάρτητες «ιδεολογικές» επικαλύψεις.

Ο διχασμός, τόσο μέσα από την κοινωνική όσο και από την πολιτική έκφρασή του, δεν αποτελεί μόνο βασικό συστατικό της βίας. Είναι βία. Δεν αναγνωρίζεται μόνο σε πράξεις, δεν αποτυπώνεται μόνο σε εικόνες, αλλά και σε λέξεις. Κι έτσι, ενώ και τα δυο –διχασμός και βία– καταγγέλλονται απερίφραστα από τα κόμματα, δεν περιορίζονται. Ισως γιατί δεν αρκεί η καταδίκη τους για να προκύψει η πολιτική συναίνεση και η κοινωνική συνοχή. Χρειάζεται να πείσουν οι καταγγέλλοντες ότι πιστεύουν τις δηλώσεις τους, γραπτές ή προφορικές. Οτι υπερασπίζονται τις αξίες τις οποίες διακηρύσσουν. Το ψέμα δεν έχει ως συνέπεια μόνο την παραπλάνηση του άλλου. Αργά ή γρήγορα αποκαλύπτεται. Εν τω μεταξύ, όμως, έχει προλάβει να ροκανίσει τη συνοχή και να πολλαπλασιάσει τη βία.