ΑΠΟΨΕΙΣ

Γλυπτά Παρθενώνα: επανένωση, όχι επιστροφή

glypta-parthenona-epanenosi-ochi-epistrofi-561302263

Τα γλυπτά του Παρθενώνα ήρθαν πάλι στο προσκήνιο με αφορμή την αρνητική στάση του Βρετανού πρωθυπουργού στον επαναπατρισμό τους. Η άρνηση του κ. Τζόνσον είναι μικρής σημασίας, δεδομένου ότι αρμοδιότητα για τα γλυπτά δεν έχει η βρετανική κυβέρνηση αλλά το διοικητικό συμβούλιο του Βρετανικού Μουσείου· η δική του στάση μετράει. Τριάντα οκτώ χρόνια μετά την έναρξη συστηματικών προσπαθειών για τον επαναπατρισμό των γλυπτών, η αντίθεση του Βρετανικού Μουσείου στην επανένωση του μνημείου δεν έχει ουσιαστικά, ηθικά ή επιστημονικά ερείσματα. Από το 2009 το Μουσείο Ακρόπολης είναι ο ιδανικός χώρος για την έκθεσή τους. Το μόνο επιχείρημα του Δ.Σ. του Βρετανικού Μουσείου, όπως διαβάζει κανείς στην ιστοσελίδα του, είναι ότι «πιστεύει πως συνιστά μεγάλο δημόσιο όφελος το να βλέπει κανείς τα γλυπτά μέσα στα συμφραζόμενα της παγκόσμιας συλλογής του Βρετανικού Μουσείου, για να εμβαθύνει στην κατανόηση της σημασίας τους στο πλαίσιο της παγκόσμιας ιστορίας του πολιτισμού». Με άλλα λόγια, η θέαση των γλυπτών του Φειδία μαζί με τα γλυπτά της Νήσου του Πάσχα ή της αρχαίας Αιγύπτου έχει προτεραιότητα απέναντι στην ακεραιότητα ενός έργου τέχνης. Σκεφθείτε να είχε βρεθεί η παρτιτούρα μιας χαμένης συμφωνίας του Τσαϊκόφσκι και τα φύλλα της να βρίσκονταν διασκορπισμένα σε ιδιωτικές συλλογές ανά τον κόσμο· και αναλογιστείτε ο κάτοχος του 60% των φύλλων να προτιμά οι νότες που είναι γραμμένες εκεί να εκτελούνται μαζί με μουσική από τις Ανδεις και την Κίνα, αντί να επιτρέπει την εκτέλεση του συνολικού έργου. Αντίστοιχη βαρύτητα έχει το επιχείρημα του Βρετανικού Μουσείου.

Γιατί λοιπόν το Βρετανικό Μουσείο εμμένει στη στάση του; Ο λόγος, ομολογούμενος ή μη, είναι απλός: Αν το Βρετανικό Μουσείο παραχωρούσε τα γλυπτά του Παρθενώνα με τρόπο που θα δημιουργούσε την οποιαδήποτε υπόνοια ότι τα κατέχει παράνομα, θα δημιουργούσε προηγούμενο που θα έθετε σε αμφισβήτηση τη νομιμότητα των συλλογών που απέκτησε πριν από τη διαμόρφωση διεθνών κανόνων για το δίκαιο των αρχαιοτήτων. Το Βρετανικό Μουσείο δηλώνει διατεθειμένο να δανείσει τα γλυπτά του Παρθενώνα υπό τον όρο ότι θα του αναγνωριστεί η κυριότητά τους. Δεν είναι ιδιοτροπία· είναι θέμα επιβίωσης.

Μπορεί η Ελλάδα να διεκδικήσει μέσω της νομικής οδού την επιστροφή των γλυπτών; Σύμφωνα με Τούρκους ιστορικούς, ο Ελγιν αφαίρεσε τα γλυπτά βάσει διοικητικού εγγράφου (επιστολής του καϊμακάμη στις Αρχές της Αθήνας), ενώ για τέτοια πράξη κανονικά θα απαιτείτο φιρμάνι από τον σουλτάνο. Ο Ελγιν ισχυρίστηκε ότι φιρμάνι του δόθηκε, αλλά τέτοιο έγγραφο δεν σώζεται. Ωστόσο, όταν το 1816 το Βρετανικό Μουσείο απέκτησε τα γλυπτά του Παρθενώνα, εκτελώντας απόφαση του βρετανικού Κοινοβουλίου, δεν υπήρχαν διεθνές δίκαιο για την προστασία πολιτιστικών αγαθών, συντεταγμένη ελληνική πολιτεία και ελληνικοί νόμοι για την προστασία των αρχαιοτήτων. Στα νομικά μονοπάτια ελλοχεύουν απρόβλεπτοι κίνδυνοι.

Αντίθετα, από ηθικής και επιστημονικής απόψεως τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Ο Ελγιν προχώρησε, αδηφάγος και αδίστακτος, σε πραγματική λεηλασία. Οποιος διαβάζει τις αναφορές των πρακτόρων του για τον βάναυσο τρόπο με τον οποίο αφαιρέθηκαν τα γλυπτά, αισθάνεται και σήμερα τον ίδιο αποτροπιασμό και την οργή που εξέφρασε τότε ο Λόρδος Βύρων στο ποίημά του «Η κατάρα της Αθηνάς». Οποιο έγγραφο και να είχε ο Ελγιν το 1801, σήμερα προτεραιότητα έχει η αποκατάσταση ενός έργου τέχνης με εμβληματική σημασία για τον παγκόσμιο πολιτισμό. Με αυτό ακριβώς το πνεύμα, το σύνθημα των διεθνών επιτροπών για τα γλυπτά του Παρθενώνα είναι Marbles United, όχι Marbles Returned: επανένωση, όχι επιστροφή.

Δεδομένου ότι διαχρονικά έχει προβληθεί το νομικό ζήτημα της κυριότητας, χωρίς ουσιαστική πρόοδο, ίσως ήρθε η στιγμή να δοκιμασθεί μια άλλη προσέγγιση. Η πρόταση είναι απλή: η επιτροπή πολιτιστικών υποθέσεων της Βουλής να ορίσει επιτροπή από Ελληνες και ξένους εμπειρογνώμονες και προσωπικότητες, οι οποίοι θα προσεγγίσουν το Βρετανικό Μουσείο για λογαριασμό του Μουσείου Ακρόπολης, για να εξετάσουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα μπορούσε να γίνει δυνατή η επανένωση των γλυπτών. Δεδομένου ότι κάθε κυβέρνηση θα ήθελε να θριαμβολογήσει για μια επιτυχία και κάθε αντιπολίτευση θα αναζητούσε λόγους για να στηλιτεύσει την κυβέρνηση, ο ορισμός της επιτροπής θα πρέπει να γίνει με αυξημένη πλειοψηφία, για να είναι δεδομένη η υπερκομματική στήριξη. Σε μια περίοδο αυξανόμενης πόλωσης θα ήταν πραγματικό δώρο στους Ελληνες πολίτες να υπάρξει ευρύτερο κλίμα συνεννόησης σε αυτό το θέμα, ιδίως σε ένα επετειακό έτος.

Λύσεις υπάρχουν. Αναφέρω ως παράδειγμα ένα μικρό θραύσμα από τη ζωφόρο του Παρθενώνα που βρισκόταν στην κατοχή του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης. Το 2006 δεν «επιστράφηκε», αλλά «δωρήθηκε» στο Μουσείο της Ακρόπολης· η πράξη της δωρεάς, της μεταβίβασης κυριότητας, απήλλαξε το Πανεπιστήμιο από κάθε υποψία παρανομίας και το θραύσμα βρήκε τη θέση του στη ζωφόρο. Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο αίτημα μιας κυβέρνησης να της επιστραφούν κλοπιμαία, και στο αίτημα μιας επιτροπής για λογαριασμό της ανθρωπότητας να αποκατασταθεί ένα μνημείο οικουμενικής σημασίας. Με τη μετάθεση του ζητήματος μπορεί να δημιουργηθεί μια νέα δυναμική. Αλλιώς είναι μεγάλος ο κίνδυνος η Ελλάδα να συνεχίσει να έχει το δίκιο με το μέρος της και το Βρετανικό Μουσείο τα γλυπτά στις αίθουσές του.
 
* Ο κ. Αγγελος Χανιώτης είναι καθηγητής Αρχαίας Ιστορίας στο Ινστιτούτο Προηγμένων Μελετών του Πρίνστον.