ΑΠΟΨΕΙΣ

Χωρίς φρένα

choris-frena

H βιαιότητα με την οποία ο ανθυπαστυνόμος άρχισε και συνέχισε να χτυπάει τον διαμαρτυρόμενο πολίτη στην πλατεία της Νέας Σμύρνης την Κυριακή 7 Μαρτίου προκάλεσε έκπληξη σε πολλούς. Ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη, επειδή επρόκειτο για απόπειρα ανθρωποκτονίας, προκάλεσε η βιαιότητα με την οποία ο λεγόμενος «Ινδιάνος» ή άλλος διαδηλωτής την Τρίτη 9 Μαρτίου γκρέμισε τον αστυνομικό από τη μοτοσικλέτα, ώστε ο τελευταίος να γίνει έρμαιο άλλων βίαιων διαδηλωτών. Οι δύο πράξεις, παρότι ανόμοιες, έχουν γενικότερη σημασία. Αποκαλύπτουν το εύθραυστο θεσμών και κανόνων.

Στο βίντεο του πρώτου επεισοδίου, ο αστυνομικός συνεχίζει να χτυπάει με το κλομπ, παρά τις κραυγές του θύματος που υφίσταται τον δαρμό. H σκηνή παραπέμπει στο πείραμα του Αμερικανού ψυχολόγου Stanley Milgram (1961-63) που επαναλήφθηκε από Πολωνούς ψυχολόγους στο Βρότσλαβ το 2017. Τα «υποκείμενα» του πειράματος λάμβαναν εντολές να προκαλέσουν πόνο σε τρίτους, χρησιμοποιώντας ηλεκτρισμό. Αγνοούσαν ότι το ρεύμα επίτηδες είχε κοπεί και δεν διαπερνούσε τα «θύματά» τους, τα οποία όμως είχαν εκπαιδευτεί να προσποιούνται ότι πονούν (αντίθετα με τον διαμαρτυρόμενο της Νέας Σμύρνης που πονούσε πραγματικά). Υπό την πίεση των εντολέων τους, τα «υποκείμενα» του πειράματος αύξαναν την ισχύ του ρεύματος και τα «θύματα» ενέτειναν τις αντιδράσεις τους.

Το συμπέρασμα των πειραμάτων ήταν ότι, σε περιβάλλον άσκησης ισχυρής εξουσίας από προϊστάμενους σε υφιστάμενους, οι τελευταίοι υπακούν «στις εντολές που θα πάρουν, ακόμη και αν πρόκειται να κάνουν ηλεκτροσόκ στους συνανθρώπους τους» («Η Καθημερινή», 15.3. 2017). Βέβαια, οι αστυνομικοί δεν έχουν εντολές να δέρνουν γενικά και πάντως ο ανθυπαστυνόμος στη Νέα Σμύρνη δεν εκτελούσε εντολές ανωτέρου του.

Υπάρχουν όμως νήματα που δένουν τη συμπεριφορά του αστυνομικού με εκείνη όσων συμμετείχαν στα ανωτέρω πειράματα ψυχολογίας και προκαλούσαν εικονικό ηλεκτροσόκ σε συνανθρώπους τους, δηλαδή σε ηθοποιούς που προσποιούνταν ότι υπέφεραν. Το πρώτο νήμα είναι ότι και στις δύο περιπτώσεις οι θύτες έχουν απο-προσωποποιήσει τα θύματα. Εάν οι θύτες αντιμετώπιζαν τα θύματα ως πρόσωπα άξια σεβασμού και φορείς θεμελιωδών δικαιωμάτων, τότε δύσκολα θα άρχιζαν και κυρίως θα συνέχιζαν τις ολοένα οδυνηρότερες για τα θύματα ενέργειές τους. Το δεύτερο νήμα είναι ότι η αντίδραση του θύματος δεν αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για τον θύτη, καθώς πιστεύει ότι, βλάπτοντας το θύμα, υπηρετεί κάποιον ανώτερο σκοπό. Δηλαδή, την πρόοδο της επιστήμης στη μία περίπτωση, την τήρηση της δημόσιας τάξης στην άλλη περίπτωση.

Με αυτές τις δύο προϋποθέσεις, ο θύτης σχετικά εύκολα περνάει τα όρια, ιδίως αν το πολιτισμικό περιβάλλον, γύρω του, είναι ανεκτικό στη φυσική βία. Πρόκειται για τη διάχυτη βία η οποία δεν καταγράφεται τακτικά, αλλά εκτυλίσσεται σε σπίτια άγνωστου αριθμού ελληνικών οικογενειών, σε διασταυρώσεις οδών ή σε θέσεις πάρκινγκ μεταξύ οδηγών, σε ελέγχους προσφύγων ή μεταναστών από αστυνομικούς ή λιμενικούς, στα γήπεδα μεταξύ οπαδών αντίπαλων ομάδων και σε συνελεύσεις φοιτητών στο πανεπιστήμιο, όπου προσέρχονται αντίπαλες παρατάξεις. Εννοείται ότι δεν θα συμπεριφερθούν όλοι οι εμπλεκόμενοι το ίδιο βίαια σε ίδιες συνθήκες. Το θέμα δεν επιδέχεται γενικεύσεις. Το ποιος χάνει τον έλεγχο των φραγμών του, προφανώς έχει να κάνει με την απο-προσωποποίηση του αντιπάλου, με τον βαθμό φανατικής προσήλωσης στην επίτευξη του εκάστοτε θεωρούμενου ως ανώτερου σκοπού και με ιδιαίτερες πτυχές της προσωπικότητας του δράστη.

Ολα τα παραπάνω αφορούν περισσότερο τον αστυνομικό ή τους αστυνομικούς που έχουν βιαιοπραγήσει ασκώντας υπέρμετρη βία κατά πολιτών παρά τον «Ινδιάνο» ή τους συνεργούς του. Οι μεν και οι δε ζουν σε δύο διαφορετικούς διανοητικούς και ψυχικούς κόσμους. Τομή των δύο συνόλων, δηλαδή των δύο κόσμων του αστυνομικού και του «Ινδιάνου», αποτελούν οι διαδικασίες διάλυσης των φραγμών του καθενός τους και το ανεκτικό στη βία περιβάλλον. Ωστόσο, οι απανταχού «Ινδιάνοι», προτού καν πειραματιστούν με τα εσωτερικά φρένα τους, έχουν χάσει οποιαδήποτε εμπιστοσύνη τυχόν είχαν, αν είχαν κάποτε, σε εξωτερικά φρένα: κανόνες προβλέψιμης κοινωνικής συμβίωσης, κοινωνικούς θεσμούς, θεσμούς της πολιτείας. Το κοινωνικό κεφάλαιό τους ήταν και παραμένει λειψό. Και αυτό δεν είναι μόνο χαρακτηριστικό των «Ινδιάνων», αλλά και των περισσότερων συμπολιτών μας.

Δειγματοληπτικές έρευνες στάσεων και αντιλήψεων (Ευρωβαρόμετρο, Ευρωπαϊκή Κοινωνική Ερευνα) δείχνουν τις ίδιες τάσεις: μικρή γενικευμένη και διαπροσωπική εμπιστοσύνη των Ελλήνων προς τους συνανθρώπους τους και ελάχιστη εμπιστοσύνη προς βασικούς πολιτικούς και διοικητικούς θεσμούς, όπως τα κόμματα, η Βουλή, η κυβέρνηση. Το φθινόπωρο του 2017 οργανώθηκε από τον Σωκράτη Κονιόρδο μεγάλη έρευνα («Οι αξίες των Ελλήνων»), με χρηματοδότηση του οργανισμού ΔιαΝΕΟσις, σε συνεργασία ΕΚΚΕ – Metron Analysis. Ενώ επιβεβαίωσε τάσεις των ανωτέρω προγενέστερων ερευνών, η έρευνα έδειξε ότι υψηλότατο ποσοστό μεταξύ των ερωτηθέντων (71%) εμπιστευόταν την αστυνομία. Το εύρημα δεν είναι τόσο παράδοξο όσο φαίνεται. Οι ερωτηθέντες εμπιστεύονταν περισσότερο έναν διοικητικό θεσμό, αποσυνδεδεμένο από κομματικές διαμάχες, παρά τους πολιτικούς θεσμούς στους οποίους αποκρυσταλλώνονται συγκρούσεις πολιτικών συμφερόντων και ιδεολογιών.

Προφανώς οι εκάστοτε «Ινδιάνοι» δεν εμπιστεύονται καθόλου την αστυνομία. Ο κόσμος τους δεν είναι πλαισιωμένος από τους κυρίαρχους κανόνες και θεσμούς. Με κοινωνιολογικούς όρους, ανήκουν σε μια «υπο-κουλτούρα» με τις δικές της «νόρμες», περιλαμβανόμενης της χρήσης βίας. Με εγκληματολογικούς όρους, το «σπριντ» που έκανε ο «Ινδιάνος» για να γκρεμίσει τον αστυνομικό από τη μοτοσικλέτα ή η ευκολία με την οποία ο ανθυπαστυνόμος ανέσυρε το κλομπ για να χτυπήσει τον διαμαρτυρόμενο, είναι το «πέρασμα στην πράξη». Πολύ προτού ξεκινήσει το «σπριντ» ή ανασύρει το κλομπ, ο θύτης έχει υπερβεί πολλά εμπόδια. Τέτοια είναι η ηθική απαξία της πράξης του, η απειλή της τιμωρίας του, η πιθανότητα της αποτυχίας στην πράξη και η βλάβη που ξέρει ότι θα προκαλέσει στο θύμα του. Αφού υπερπηδήσει στη συνείδησή του αυτά, ο θύτης δεν φρενάρει πια.

Το κύριο ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι ότι λύθηκαν τα εσωτερικά φρένα του «Ινδιάνου» ή του αστυνομικού, αλλά αφορά τα εξωτερικά φρένα, δηλαδή κανόνες και θεσμούς, που είναι ετερόφωτοι. Δηλαδή οι κανόνες της κοινωνικής συμβίωσης και οι θεσμοί της δημοκρατίας είναι τόσο στέρεοι όσο θεωρούνται στέρεοι από εκείνους που αυτοβούλως υπάγονται σε αυτούς. Είναι εκπληκτικό το πόσο αργά σχηματίζεται η κοινή πεποίθηση ότι τα εξωτερικά φρένα είναι γερά και πόσο γρήγορα η πεποίθηση αυτή μπορεί να διαλυθεί, συμπαρασύροντας και τα φρένα.
 
* Ο κ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ερευνητής του ΕΛΙΑΜΕΠ.
 
Εκ παραδρομής στο άρθρο του κ. Αρ. Χατζή με τίτλο «Η Φιλελεύθερη Επανάσταση» την περασμένη Κυριακή δημοσιεύτηκε ότι: «Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι ο Δημήτριος Υψηλάντης στη Διακήρυξη του Ιασίου…». Βεβαίως πρόκειται για τον Αλέξανδρο Υψηλάντη.