ΑΠΟΨΕΙΣ

Το αύριο δεν είναι πια αδιαπέραστο πέπλο

Πριν από την κατάρρευση της ιδέας της προόδου, το αύριο ήταν πάντα φωτεινό, ανακουφιστικά καλύτερο από το παρόν, μια εποχή πρωτόγνωρων επιτευγμάτων και θαυμάτων. Η κατάρρευση των μεγάλων αφηγήσεων για το μέλλον, οι ολοκληρωτισμοί του 20ού αι. και η ανάδυση σοβαρών παγκόσμιων απειλών ύψωσαν μαύρο τείχος στο αύριο, δίνοντας θέση μόνο στα ατομικά οράματα, συρρίκνωσαν όλες τις προσδοκίες στο τώρα. Ομως η πανδημία κατάφερε ένα απροσδόκητο πλήγμα στο παρόν και στη λατρεία του, θυμίζοντας ότι το μέλλον νοηματοδοτεί κάθε μας πράξη, η απαλοιφή του σημαίνει και απαλοιφή όλης της παρελθούσας ανθρώπινης εμπειρίας.

Και αναζωπυρώθηκε η συζήτηση για τη μορφή του μέλλοντος. Η παρέλαση τόσο δυστοπικών όσο και οραματικών εικόνων: Απορρυθμισμένων κοινωνιών σε περιβάλλοντα ζοφερά με ορδές ανέργων, ανθρώπους απομονωμένους και φοβικούς, χωρίς ιδιωτική ζωή, καρφωμένους ολημερίς σε οθόνες και κουμπιά να έχουν υποκαταστήσει τον δημόσιο χώρο. Αλλά και θαυμάτων με ένα μόνο άγγιγμα της οθόνης, των μαγικών τεχνολογικών λύσεων, που ενώνουν απομακρυσμένους οικείους, το σπίτι με τις υπηρεσίες και την κοινωνία, παράγουν περισσότερη ευημερία και δικαιοσύνη.

Με τη λήξη της πανδημίας αναμένεται ο πραγματικός κόσμος να αναδυθεί με ορμή. Ωστόσο, η νοσταλγία για το άμεσο παρελθόν, που θα επαναφέρει τη λατρεία της φυσικής επαφής και της ελεύθερης μετακίνησης, δεν θα κρατήσει πολύ. Η τεχνολογία σπάνια υποχωρεί, κατοχυρώνει το έδαφος που κέρδισε – υπερδιπλάσια παγκόσμια κατανάλωση διαδικτυακού περιεχομένου. Στα μετα-πανδημικά μας τηλέφωνα θα είναι εγκατεστημένες όλες οι πανδημικές εφαρμογές. Οι επιχειρήσεις θα έχουν λαμπερούς νέους ιστότοπους και διαδικτυακά συστήματα παράδοσης (η ψηφιακή αλληλεπίδραση μεταξύ καταναλωτών και επιχειρήσεων επιταχύνθηκε κατά μία πενταετία, η προσφορά ψηφιακών υπηρεσιών κατά μία επταετία). Μαζί θέριεψε και η σκοτεινή πλευρά, οι ψευδείς ειδήσεις, οι θεωρίες συνωμοσίας, οι απάτες. Οι τεχνολογικοί κολοσσοί γιγαντώθηκαν. Οι εταιρείες κοινωνικής δικτύωσης γνωρίζουν περισσότερα για εμάς και αποφασίζουν τι θα πληροφορηθούμε. Οι ψηφιακές ανισότητες κλιμακώθηκαν.

Σε έρευνα του Pew Research Center, περίπου χίλιοι ειδικοί, πρωτοπόροι στην έρευνα και στην καινοτομία, ηγετικές φυσιογνωμίες στην πολιτική και στην οικονομία, ακτιβιστές, σκιαγράφησαν την κανονικότητα του 2025, συμφωνώντας ότι θα είναι περισσότερο τεχνολογική. Το 47% δήλωσε ότι η ζωή θα είναι χειρότερη για τους περισσότερους ανθρώπους. Δίνοντας στο μέλλον το βάρος της σημερινής πραγματικότητας, προέβλεψαν ότι θα έχουν αυξηθεί οι κοινωνικές και φυλετικές ανισότητες, η μαζική επιτήρηση για λόγους ασφαλείας, οι ανελευθερίες, ο αυταρχισμός, αλλά και το ψηφιακό έγκλημα, η ανεξέλεγκτη παραπληροφόρηση, η ψηφιακή προπαγάνδα, η κοινωνική πόλωση, η ρητορική μίσους, οι προκαταλήψεις, η ξενοφοβία, η μισαλλοδοξία, οι κλειστές κοινότητες, οι ανταγωνισμοί μεταξύ κρατών. Θα έχει περιοριστεί η δυνατότητα ορθολογικής συζήτησης και χάραξης πολιτικής βάσει τεκμηρίων. Θα έχουν χαθεί θέσεις εργασίας λόγω αυτοματισμού, και μαζί μέρος της ψυχικής υγείας και της κοινωνικής συνοχής.

Το 39% δήλωσε, αντιθέτως, πως το 2025 η ζωή θα είναι καλύτερη για τους περισσότερους ανθρώπους, πιο εύκολη σε έναν τηλε-κόσμο με νέα όπλα κατά αναδυόμενων απειλών, με έξυπνες πόλεις, έξυπνες υπηρεσίες, ασφαλέστερα συστήματα, που θα αναδιατάξουν τα πρότυπα και τους χώρους εργασίες, θα βελτιώσουν την υγειονομική περίθαλψη, την κοινωνική συμβίωση, την οικογενειακή ζωή, θα εξασφαλίσουν καθαρότερο περιβάλλον και υψηλότερη ποιότητα ζωής. Οι κρίσεις ενισχύουν την ενσυναίσθηση, την ευαισθητοποίηση εμπρός στα κοινά δεινά, τη θετική κοινωνική απόκριση, είπαν. Ο φόβος γίνεται ένα ανθρώπινο αντανακλαστικό ακίνδυνο για την εξάσκηση των πράξεων.

Ενα 14% δήλωσε ότι η πανδημία δεν θα επηρεάσει σημαντικά τη διαμόρφωση της ζωής των περισσότερων ανθρώπων το 2025.

Πάντως, όπως αφηγείται η Ιστορία, δεν επιβεβαιώθηκαν ούτε οι μεγάλοι φόβοι ούτε οι υψηλές προσδοκίες που έτρεφαν οι άνθρωποι ανά τους αιώνες. Προβλέψεις που αναστάτωναν γενιές, δεν επαληθεύτηκαν ποτέ.

Ομως το παρόν όπου αναπαυόμασταν προ πανδημίας απώλεσε κατά την κρίση την ηγεμονική του θέση, δεν μας αποτρέπει πια να φανταστούμε το μέλλον, το αντίστροφο. Το αύριο, από αδιαπέραστο πέπλο, γίνεται και πάλι πεδίο εκκόλαψης προσδοκιών. Σωρεύουμε δυνάμεις ενάντια στα μελλοντικά ερείπια. Επιμένουμε στην ανάσα της προσμονής, νιώθουμε ήδη τον αέρα της απαντοχής να καίει τα χείλη μας. Αλλωστε, τι άλλο μπορούμε να κάνουμε;