ΑΠΟΨΕΙΣ

Γιώργος Σεφέρης: Επιστροφές

giorgos-seferis-epistrofes0Πρώτη Ιουλίου 1950. Ο Σεφέρης επιστρέφει για πρώτη φορά στη Σμύρνη. Καθώς αισθάνεται τη γενέτειρά του να (τον) πλησιάζει, αναρωτιέται: «Θεέ μου, τι πάω να κάνω;».

Τι πήγαινε να κάνει; Πήγαινε να ψάξει ίχνη μιας πατρίδας που είχε χαθεί – ξεβράσματα από την άμπωτη του κόσμου που τον είχε γεννήσει.

Πήγε και προσπάθησε να ξεχωρίσει ό,τι του ήταν οικείο σε έναν τόπο που είχε γίνει ξένος. Πώς είναι να βλέπεις το σπίτι όπου μεγάλωσες, μετά 30 χρόνια ρημαγμένο;

Πώς είναι «να ’χεις μέσα στα άντερά σου τον ξαφνικό ξολοθρεμό ενός ολοζώντανου κόσμου με τους φωτισμούς του, τους ίσκιους του, με τις τελετές της χαράς και της θλίψης, με το πυκνό δίχτυ της ζωής του»;.

Οι σελίδες του ημερολογίου του, που περιγράφουν αυτή την επιστροφή στο πουθενά, αξίζει να (ξανα)διαβαστούν στην επέτειο.

Σε αυτές έχει αποταμιευθεί ένας αρνητικός ορισμός της πατρίδας: η πατρίδα θεμελιωμένη στην απουσία της. Χάνοντάς την, την καταλαβαίνεις καλύτερα.

Αυτό πήγαινε να κάνει και ο ποιητής: να καταλάβει βαθύτερα αυτό που είχε συμβεί στον ίδιο και στο έθνος – τη μεγαλύτερη από τις καταστροφές στα 200 χρόνια της εθνικής ύπαρξης.

Δεν αιτιολογεί. Δεν μοιρολογεί. «Δεν αισθάνομαι μίσος» λέει στη δεύτερη επιστροφή του, τρεις μήνες μετά. «Το πράγμα που κυριαρχεί μέσα μου είναι το αντίθετο του μίσους· μια προσπάθεια να χωρέσει ο νους μου το μηχανισμό της καταστροφής».

Η απαράμιλλη εθνική σημασία αυτού του γραπτού μνημείου δεν είναι τάχα ο αλυτρωτικός πόνος – το πάθημα που μας καταλείπει σαν μάθημα. Σημαντική είναι κυρίως η ίδια η προσπάθεια να βρεθούν οι λέξεις που θα μπουν σαν δάχτυλο στην πληγή.

Σημαντικός είναι ο Σεφέρης όχι γιατί έχασε την πατρίδα του, αλλά γιατί έφτιαξε μια νέα πατρίδα στη γλώσσα. Γιατί κατάφερε να μιλήσει έτσι για την απώλεια, που ανακάλυψε για λογαριασμό μας μια άυλη ήπειρο· έναν τόπο αισθημάτων και αξιών, χωρίς τον οποίο το χώμα που αποκαλούμε πατρίδα θα ήταν δίχως νόημα – σκέτο γεωγραφικό στίγμα.

Λέγαμε για τη γενιά του ’30 ότι, στην αγωνία της να αναμετρηθεί με τις λογοτεχνίες των ευρωπαϊκών εθνών, έπλασε τη δική της γενεαλογία – έναν κανόνα για να γεφυρώσει τον Μακρυγιάννη με τον Κορνάρο και τους αρχαίους, τη λαϊκή παράδοση με τον Αισχύλο, χωρίς να βουλιάξει στις ασυνέχειες που έχασκαν από κάτω.

Λέγαμε γι’ αυτούς ότι έφτιαξαν έναν αισθητικό μεγαλοϊδεατισμό. Ομως, όταν τους ξαναδιαβάζεις, χωρίς τη μετεφηβική φούρια να τους αποκαθηλώσεις, ξαναπατάς στον τόπο σου.

Πατρίδα είναι ο τρόπος που μας δόθηκε να μιλάμε για την πατρίδα.