ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΝΤΑΣ

Γνήσια λαϊκή φλέβα, μάστορας της ατάκας, πατριάρχης των σουξέ

Γνήσια λαϊκή φλέβα, μάστορας της ατάκας, πατριάρχης των σουξέ-1

Τις μέρες που ακολούθησαν τον θάνατο του Τάκη Μουσαφίρη, στις 11 Μαρτίου, πολλοί μίλησαν θαυμαστικά και νοσταλγικά για τον δημοφιλή δημιουργό και αριστοτέχνη των λαϊκών επιτυχιών των δεκαετιών του ’70 και του ’80. Ιδιωτική και δημόσια τηλεόραση μετέδωσαν αφιερώματα στη μνήμη του, κυρίως από τις εκπομπές του Σπύρου Παπαδόπουλου. Αλλωστε, ο Μουσαφίρης ποτέ δεν ήταν σπάταλος στις συνεντεύξεις του. Εκείνη την ημέρα όλοι εκθείαζαν το έργο του. Αλλά δεν ήταν πάντα όλα τόσο ιδανικά.

Οταν, το 1988, τον συνάντησα για μια συνέντευξη στο Δεύτερο Πρόγραμμα της ΕΡΤ, η αποδοχή δεν ήταν ακριβώς καθολική. Ο Τάκης Μουσαφίρης είχε γράψει λαϊκά τραγούδια γεμάτα δύναμη, σαν το «Κάνε κάτι λοιπόν να χάσω το τρένο», που είχε ερμηνεύσει σπαρακτικά ο Δημήτρης Μητροπάνος, το «Σε μια στοίβα καλαμιές» επίσης. Ενώ με τον «Ταξιτζή» και το «Ενα λεπτό περιπτερά», ο Διονυσίου προκαλούσε ουρά στην οδό Φιλελλήνων, έξω από το κέντρο «Στράτος» όπου τραγουδούσε.

Του Μουσαφίρη, όμως, αρκετά κομμάτια ήταν αμφιλεγόμενα. Το «Ατάκα και επιτόπου» και το «Ετσι, ε;» που είπε η Δούκισσα, λαϊκά σαν «Τα σου ξου μου» που τραγούδησε η Χαρούλα Λαμπράκη, το απόλυτο «Μια ζωή πληρώνω» με τη Ρίτα Σακελλαρίου και πολλά ακόμη που φλέρταραν με ένα στίχο-σύνθημα και μελωδίες στακάτες.

Αυτού του είδους τα σουξέ πολλοί δεν του τα συγχώρησαν. Κάποιοι που τα απαξίωναν τότε, έκαναν τα πάντα για να τα μιμηθούν (οι δημιουργοί) ή να τα πουν (οι τραγουδιστές). Ο ίδιος ο δημιουργός τους δεν είχε κανένα πρόβλημα με αυτή του την πλευρά, αφού γνώριζε εξάλλου ότι η άλλη δεν χρειαζόταν υπεράσπιση. «Αναγκάστηκα και έγραψα τραγούδια για κλειδαράδες», μου είχε πει σε εκείνη τη ραδιοφωνική συνέντευξη. Οταν κλείνεσαι έξω από το σπίτι σου, θυμάσαι το 777 ή το 555 έλεγε. «Κι εγώ κάτι τέτοιο έκανα. (…) Τραγούδια που έχουν μια λέξη-κλειδί, να θυμάται ο άλλος και να την επαναλαμβάνει για να γίνει σουξέ». Εκείνο τον καιρό μελετούσε μάρκετινγκ και διαφήμιση. Γνώριζε λοιπόν τους κανόνες: «Διαφήμιση κατ’ εμέ είναι το εξής: ακούς, ακούς, ακούς και στο τέλος υπακούς».

Διαθέτοντας γνήσια λαϊκή φλέβα, βιώματα και ικανότητα να φτιάχνει σύντομες μικρές ιστορίες, έγραψε πολλά αυτού του ύφους τραγούδια. «Οχι αυτά που θα ήθελα ή, πιο καλά, αυτά που θα έπρεπε, αλλά αυτά που ήθελαν να ακούσουν». Είναι τα χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση και μέρος της κοινωνίας αναζητεί κάτι διαφορετικό από τη φόρτιση του πολιτικού τραγουδιού, μια θεματολογία που σχετίζεται με την επιθυμία μιας άλλης ζωής. Χρόνια του ΠΑΣΟΚ, άλλης πια αισθητικής και στη διασκέδαση και στην ομιλία ακόμη, με τα πάθη να διαλαλούνται και το ουίσκι να ρέει για όλους. Στα κέντρα της παραλίας διασκέδαζαν οι πρώτοι, υπήρχαν όμως και οι πίστες με τα δεύτερα ονόματα και τους ξενύχτηδες θαμώνες που ποθούσαν τραπέζι δίπλα στη σκηνή, λουλούδια, σαμπάνιες και το πρώτο όνομα του μαγαζιού να απευθύνεται σε εκείνους. Μια κοινωνική αλλαγή.

Ο Τάκης Μουσαφίρης γνώριζε από μουσική, ήταν ευέλικτος, πολυγραφότατος, είχε αίσθημα, βιώματα, ήταν καλός παρατηρητής, έκανε σουξέ με τις ατάκες της εποχής. Σημείωνε λέξεις και εικόνες στην πίσω πλευρά του πακέτου των τσιγάρων του, έκανε ομοιοκαταληξίες, έφτιαχνε νέες καριέρες και «ξυπνούσε» παλιές. 

Μουσική έμαθε από τους γονείς (από τον πατέρα του και την τέχνη της ωρολογοποιίας) αλλά και από το ωδείο. Σπούδασε, όπως έλεγε, κλασική μουσική, έπαιζε σε φιλαρμονική. Πώς λοιπόν πέρασε στην άλλη πλευρά; «Επρεπε να ζήσω, ήμουν φτωχόπαιδο, είχα έρθει από την επαρχία στην Αθήνα και αναγκάστηκα να κάνω κάτι που εκείνο τον καιρό, κάπου ένιωθα, ότι προδίδω αυτά που έπρεπε να κάνω». Εως τότε ήταν επαγγελματίας, αλλά δεν είχε κάνει δισκογραφικές επιτυχίες. Ολοκληρωμένος δημιουργός στη συνέχεια, έγραφε σε παρτιτούρες, στα μέτρα του καθενός, στίχους και μελωδίες.

Είχε γράψει έως και 12 τραγούδια σε ένα απόγευμα. «Τραγουδάκια είναι, δεν θέλει δάφνες Ακαδημίας, απλώς να τραγουδήσει ο κόσμος». Εραβε «κοστούμια», έλεγε αφοπλιστικά, στα μέτρα κάθε τραγουδιστή. «Εγώ δεν θέλω να έχω ένα κοστούμι για να ράβω ένα κουμπί. Αν βρω το κουμπί, τυλίγω κοστούμι γύρω γύρω». Το κοστούμι ήταν ανάλογα για ποιον το προετοίμαζε. Εμπνεόταν από τη ζωή και τα τραύματα των τραγουδιστών για τους οποίους έγραφε.

«Οταν μια τραγουδίστρια, φίλη του διευθυντή της εταιρείας, δεν λέει καλά το “ρ”, πρέπει να γράψω τραγούδια που να μην έχουν καθόλου μέσα τους το “ρ”». Για κάποια χρησιμοποιούσε ψευδώνυμα – είχε έξι, ανάμεσά τους και το Αντώνης Ζάννας. Τίποτα δεν ξεχώριζε. «Τα πάντα μου δέχομαι. Ολα είναι παιδιά μου, αναγνωρισμένα και γραμμένα στο δικό μου ληξιαρχείο».

Πηγαίνοντας παιδί από τα Γιάννενα στο χωριό του πατέρα του, τους Καλαρρύτες, πάνω σε ένα μουλάρι έγραψε την πρώτη του μελωδία, εμπνευσμένη από τον ήχο που έκαναν τα πέταλα των αλόγων. Εμπνευση για τον Μουσαφίρη ήταν και ο ήχος από τα κουδούνια των προβάτων. Τόνιζε ότι είχε ένα άλλο βλέμμα στα πράγματα. «Εκεί που κάθομαι το φθινόπωρο βλέποντας να πέφτει ένα κίτρινο φύλλο, εγώ ποτέ δεν το βλέπω σαν κίτρινο, αλλά σαν να κουβαλάει το καλοκαίρι πεθαμένο πάνω του». 

Ηξερε τις διαφορές κάθε εποχής και πώς καθρεφτίζονταν στον στίχο. Η δεκαετία του ’80 λάτρευε το σύνθημα. Ο Μουσαφίρης το εξηγούσε με τον δικό του τρόπο: «Παλιά λέγανε “κύριε Θανάση, σας συγχαίρω”. Αργότερα “Θανάση, μπράβο”. Τώρα “Θανάση, μαγκιά σου”! Η γλώσσα μάς πηγαίνει».

Ηταν από τους πιο καλοπληρωμένους δημιουργούς. «Υπάρχει μια φήμη ότι για να σου γράψει ο Μουσαφίρης τραγούδια, μόνο για το καλησπέρα σας θέλει 500.000 δρχ.», είχε πει σε εκείνη τη συνέντευξη. Για να προσθέσει: «Ποτέ δεν παίρνω χρήματα από τους τραγουδιστές. Πληρώνομαι από τις εταιρείες». Και στην ερώτηση πόσο κοστίζει ένα σουξέ; «Πολύ κόπο, πολύ αίμα, αλλά όταν είναι ο κατάλληλος τραγουδιστής και το κατάλληλο τραγούδι, αυτό σε κάνει να ζεις πολύ καλά. Εγώ δεν χρειάζομαι πολλά να ζήσω, γιατί βγάζω πολύ περισσότερα από τα λίγα που χρειάζομαι».
Το απέδειξε. Αποσύρθηκε στα Γιάννενα, όταν θα μπορούσε  να εξαργυρώνει την υπεραξία του «πατριάρχη των λαϊκών σουξέ», που έγραφε αβίαστα σε ένα απόγευμα και αντέχουν 40 χρόνια.