ΑΠΟΨΕΙΣ

Αστυνομική βία: Πώς την αντιμετωπίζουμε;

Η προστασία της νομιμότητας είναι από τα πιο ευαίσθητα θέματα σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία. Η Αστυνομία έχει εξόχως δύσκολο έργο: να ελέγχει τη συμμόρφωση των πολιτών με τον νόμο, σεβόμενη, παράλληλα, τα δικαιώματά τους. Το έργο της απαιτεί οξεία ικανότητα ευθυκρισίας: πώς πρέπει να επεμβαίνει όταν παραβιάζεται η νομιμότητα; Εμπεριέχει, επίσης, δυνητικά, την άσκηση βίας: όταν λ.χ. διασαλεύεται η δημόσια τάξη (βλ. τα επεισόδια στο Καπιτώλιο των ΗΠΑ), η Αστυνομία καλείται να την αποκαταστήσει, ενίοτε βιαίως.

Tο κάνει καθότι της έχει εκχωρηθεί το μονοπώλιο της βίας. Επειδή, όμως, όλα τα μονοπώλια είναι εν δυνάμει αυτο-εξυπηρετικά και, ως εκ τούτου, επικίνδυνα, η Αστυνομία υπόκειται σε ένα σύστημα θεσμικών ελέγχων, εντός του κράτους δικαίου. Ακριβώς επειδή διαθέτει το μονοπώλιο της βίας, δεν είμαστε βέβαιοι ότι δεν θα το χρησιμοποιήσει καταχρηστικά. Ακόμα και αυτός που ελέγχει τη συμμόρφωση των άλλων με τον νόμο, υπόκειται στον νόμο.

Σε θεσμικά ώριμες δημοκρατίες, όπως λ.χ. η Βρετανία, οι ανεξάρτητοι ελεγκτικοί θεσμοί, όπως η Ανεξάρτητη Υπηρεσία για τη Συμπεριφορά της Αστυνομίας, είναι ιδιαίτερα στιβαροί. Ενώ το δύσκολο έργο της Αστυνομίας εκτιμάται, ζητείται, συγχρόνως, από την Αστυνομία να αποδεικνύει ότι είναι άξια της εκτίμησης των πολιτών.

Η φρόνιμη στάση έναντι του αστυνομικού έργου είναι εγγενώς παράδοξη: και εμπιστευόμαστε και δυσπιστούμε. Διαφορετικά: εμπιστευόμαστε τον επαγγελματισμό της Αστυνομίας· είμαστε φιλύποπτοι για τις πράξεις της. Το παράδοξο αυτό καθιστά τον περί Αστυνομίας δημόσιο λόγο μετρημένο, στοχαστικό και σχετικά αυτο-τελή, δηλαδή μη κομματικό (βλ. τις συνετές δηλώσεις του δημάρχου του Λονδίνου για τη βίαιη αστυνομική στάση σε ειρηνική διαμαρτυρία για τη βία κατά των γυναικών, «Κ», 16/3/21).

Η αυτο-τέλεια αντανακλάται θεσμικά στην οργάνωση της Αστυνομίας: αν και λογοδοτεί στην κυβέρνηση, το Αρχηγείο διαθέτει λειτουργική ανεξαρτησία και το Αστυνομικό Σώμα καθοδηγείται από ένα πλέγμα εσωτερικών κωδίκων και πρακτικών επαγγελματικής συμπεριφοράς. Σε δημοκρατίες με μικρό βαθμό θεσμικής ωριμότητας, η Αστυνομία εκλαμβάνεται ως κυβερνητικός βραχίονας. Επίμαχες υποθέσεις αστυνομικού ενδιαφέροντος κομματικοποιούνται. Οι προαγωγές σε ηγετικές θέσεις καθίστανται αντικείμενο κομματικής διαμάχης. Η Αστυνομία διαθέτει περιορισμένη οργανωτική αυτο-τέλεια. Ο Αρχηγός της επισκιάζεται από τον αρμόδιο υπουργό και, ενίοτε, τους συνδικαλιστές. Οι ανεξάρτητοι θεσμικοί έλεγχοι είναι ισχνοί και αναξιόπιστοι.

Η Ελλάδα είναι χαρακτηριστική περίπτωση. Το ταραγμένο απώτερο πολιτικό παρελθόν της οδήγησε ευλόγως το αριστερού προσανατολισμού μέρος της κοινής γνώμης να ταυτίζει τη δράση της Αστυνομίας με πολιτικά υποκινούμενη αυθαιρεσία. Η φιλελεύθερη μεταπολίτευση δεν συνοδεύτηκε απαραίτητα με νέες αντιλήψεις για το αστυνομικό έργο.

Η σημερινή Αριστερά λ.χ. προτιμά να βλέπει στη σημερινή Αστυνομία την αυθαίρετα τιμωρό δύναμη που γνώρισε μετεμφυλιακά, παρά να εγκύψει στον σύνθετο ρόλο της Αστυνομίας σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία. Αν το έκανε, θα αντίκριζε μια πραγματικότητα διαφορετική από τον αχυράνθρωπο που αρέσκεται να κατασκευάζει για να καταρρίπτει ευχερώς. Η σημερινή ευρωπαϊκή Ελλάδα δεν είναι αστυνομοκρατούμενη χώρα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα αστυνομικής βίας.
Ιστορικά, ένα μείζον θεσμικό κενό ήταν η καχεκτική λογοδοσία της Αστυνομίας. Δεν υπήρχε ένα στιβαρό ανεξάρτητο όργανο για τη διερεύνηση καταγγελιών αστυνομικής βίας. Συναφείς νομοθετικές ρυθμίσεις το 2011 και 2014 δεν εφαρμόστηκαν ποτέ. Η σοβαρή τομή έγινε το 2016 και, κατόπιν, το 2020, με την καθιέρωση του Εθνικού Μηχανισμού Διερεύνησης Περιστατικών Αυθαιρεσίας στον Συνήγορο του Πολίτη.

Αν και ο θεσμός είναι καινούργιος, έχει ήδη δημοσιεύσει δύο εμπεριστατωμένες εκθέσεις. Διαβάζοντάς τες, νιώθεις το σπάνιο στην Ελλάδα αίσθημα της υπερηφάνειας: να ένας θεσμός που κάνει με ανεξαρτησία και επαγγελματισμό τη δουλειά του. Αξίζουν συγχαρητήρια στον Συνήγορο του Πολίτη κ. Ποττάκη και στο επιτελείο του. Συνειδητοποιείς, επιπλέον, πόσο δύσκολη είναι η αλλαγή νοο-τροπίας: γραφειοκρατίες όπως η Αστυνομία αλλάζουν αργόσυρτα. Απαιτείται συστηματική δουλειά και εμμονική επιμονή. Τα ΜΜΕ και η κοινή γνώμη βλέπουν μόνο στατικά στιγμιότυπα. Αλλά μόνον οι θεσμικά εμπλεκόμενοι και οι υποψιασμένοι γνωρίζουν τον μόχθο της προσπάθειας.

Οι εκθέσεις αναγνωρίζουν ότι στην Ελλάδα υπάρχει «καταγεγραμμένο ιστορικό αστυνομικής αυθαιρεσίας» αλλά και «οξυμμένη ευαισθησία στη λογοδοσία της κρατικής δράσης». Το 2019, ο Μηχανισμός εξέδωσε πορίσματα για 70 υποθέσεις. Πάνω από τις μισές καταγγελίες που διερεύνησε αφορούσαν σε προσβολές της ανθρώπινης ακεραιότητας και αξιοπρέπειας. Ο Μηχανισμός συχνά εντοπίζει πλημμέλειες στις υπηρεσιακές έρευνες και τη λειτουργία των πειθαρχικών οργάνων. Καταγράφει περιπτώσεις μεροληπτικής εξέτασης μαρτύρων και αγνόησης αποδεικτικού υλικού, αναφέρει «δυστοκία διερεύνησης και τεκμηρίωσης στις διοικητικές έρευνες της ΕΛ.ΑΣ.», ενώ παρατηρεί ότι η συντριπτική πλειονότητα ενδοϋπηρεσιακής αναζήτησης ευθυνών τίθεται στο αρχείο. Προτείνει, τέλος, στην Αστυνομία μέτρα αντιμετώπισης των φαινομένων αυτών. Ερώτημα προς διερεύνηση: πώς ανταποκρίνεται η Αστυνομία;

Αυτή είναι η θεσμική δουλειά που έχουμε ανάγκη αν θέλουμε καλύτερο αστυνομικό έργο – διαρκώς βελτιούμενο νομιμόφρονα επαγγελματισμό. Δεν χρειαζόμαστε την κομματική κοκορομαχία, η οποία ανάγει όλα τα προβλήματα σε θέματα δήθεν υψηλής πολιτικής, αλλά την αθόρυβη χαμηλή πολιτική που, με το συστηματικό έργο της, εκλεπτύνει τους θεσμούς.
 
* Ο κ. Χαρίδημος Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και ερευνητής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Warwick.