ΑΠΟΨΕΙΣ

Ανασφαλείς και νοικοκυρεμένοι

Το μυρίζεις παντού. Η Ελλάδα του 2020 ήταν μια άλλη χώρα. Εκτός από την όσφρηση, υπάρχουν τώρα και οι μετρήσεις. Αυτό που όλοι ψυχανεμίζονται το έπιασε η έρευνα της διαΝΕΟσις. Πέρυσι τον Απρίλιο, το 85,7% απαντούσε ότι τα πράγματα πηγαίνουν προς τη σωστή κατεύθυνση. Φέτος ο πήχυς των προσδοκιών έχει πέσει στο μισό. Το 85% έγινε 45%.

Παράλληλα προς τη ρωγμή του χρόνου που χωρίζει το πρώτο από το τρίτο κύμα, χαίνει και μια δεύτερη ρωγμή: εκείνη που χωρίζει τις γενιές. Οι άνω των 64 –στην ίδια έρευνα, στην ίδια ερώτηση– σε ποσοστό 59% πιστεύουν ότι πάμε καλά. Οσο κατεβαίνει κανείς την ηλικιακή κλίμακα, τόσο αυξάνεται και η απαισιοδοξία. Τα συναισθήματα αντιστρέφονται. Οι έξι στους δέκα στις ηλικίες από τα 17 μέχρι τα 39 πιστεύουν ότι πάμε λάθος.

Η πανδημία όξυνε μια προϋπάρχουσα ένταση μεταξύ των νέων και της αποκατεστημένης γενιάς των γονέων και των παππούδων τους. Η νεότητα ήταν και πριν η έδρα της ανασφάλειας. Οι άνθρωποι της παραγωγικής ηλικίας, που είχαν λόγους να αισθάνονται ότι επιβαρύνονται δυσανάλογα προκειμένου να συντηρήσουν ένα ετεροβαρές ασφαλιστικό σύστημα, καταδικασμένο να τους εγκαταλείψει όταν το χρειαστούν· οι άνθρωποι που συνειδητοποιούσαν στην αρχή της επαγγελματικής τους ζωής ότι ο «νοικοκυρεμένος» βίος των γονέων τους επιτυγχάνεται πια όχι με τη δουλειά, αλλά μόνο με τον κληρονομημένο πλούτο· οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι αισθάνονται τώρα ότι υπέστησαν δυσανάλογες απαγορεύσεις για να αντιμετωπιστεί ένας κίνδυνος που δεν απειλεί πρωτίστως εκείνους.

Πρόκειται για κοινωνικά ρεύματα ενεργά, αλλά χύμα, χωρίς όχθες, χωρίς εκπροσώπηση. Από κεκτημένη ταχύτητα δεκαετιών, το πολιτικό σύστημα εξακολουθεί να φροντίζει τις σίγουρες πελατείες – εκείνες που έχουν σταθερό εισόδημα, παγιωμένα συμφέροντα και εξίσου σταθερούς δεσμούς με την πολιτική· πελατείες που, ό,τι κι αν ψηφίζουν, σίγουρα πάνε να ψηφίσουν.

Τι λένε τα κόμματα στον πρωτοετή φοιτητή που σχεδόν δεν πρόλαβε να πατήσει το πόδι του στο αμφιθέατρο; Τι λένε στην τελειόφοιτη μαθήτρια του λυκείου που σήκωσε το βάρος της προετοιμασίας για τις εξετάσεις μόνη, καρφωμένη στην οθόνη ενός λάπτοπ; Η Αριστερά προσπαθεί να τους κολακέψει, αναμασώντας την ψευτοελευθεριακή ρητορική του ’70, που δικαιώνει ακόμη και τους χουλιγκανικούς σπασμούς σαν «αγώνες». Η Δεξιά στενεύει τα προβλήματά τους σε ζητήματα δημόσιας τάξης και βαθμολογικής διαλογής.

Η Αριστερά έχει έτοιμη την απολογία για τα μπάχαλα. Η Δεξιά έχει αναγάγει σε πανάκεια τα αντιμπάχαλα και τη βάση του δέκα.

Το ποιος και πώς θα καταφέρει να εκπροσωπήσει τις ηλικίες που οι διαφημιστές ονομάζουν «δυναμικές» –αλλά οι αλλεπάλληλες κρίσεις τις έχουν αφήσει ξέπνοες– δεν είναι πρωτίστως ζήτημα εκλογικής επιρροής. Το πολιτικό σύστημα κινδυνεύει να επιδεινώσει την αποξένωση εκείνων από τους οποίους θα εξαρτηθούν η ταχύτητα και η ποιότητα της ανάκαμψης.

Το ζήτημα δεν είναι ποιος θα χρεωθεί τώρα το κόστος. Το ζήτημα είναι πώς θα απαντήσει στη νεανική ανασφάλεια η δημοκρατία των εξασφαλισμένων. Η δημοκρατία των αναδρομικών και του ΕΝΦΙΑ.

Υπερπαραγωγή

Κρίμα που δεν ζει ο Τζον λε Καρέ. Θα μπορούσε να είχε γράψει το βαλκανικό θρίλερ «Ο Ράφτης του Ντουλαμά».

Ταξιθεσία

Πανηγυρίστηκε χαιρέκακα. Το γεγονός ότι, στο επίσημο δείπνο την παραμονή της 25ης Μαρτίου, ο δαίμων του πρωτοκόλλου έφερε τον Αλέξη Τσίπρα στο ίδιο τραπέζι με τον Παναγιώτη Πικραμμένο πανηγυρίστηκε σαν πολιτικά επιτυχές ατύχημα: ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε έτσι αντιμέτωπος με τον άνθρωπο που ήθελε να στείλει φυλακή για την υπόθεση Novartis· αντιμέτωπος με το παραθεσμικό παρελθόν της πολακικής δικονομίας («να βάλουμε κάποιους φυλακή για να πάρουμε τις εκλογές»). Αυτό το παρελθόν εκπυρσοκροτούσε τώρα στο πρόσωπό του μεγαλοπρεπώς, εν πλήρει σημειολογική επισημότητι.

Θα μπορούσε πάντως να δει κανείς το στιγμιότυπο χωρίς ρεβανσιστικούς φακούς. Το κατά λάθος σύνδειπνο Πικραμμένου – Τσίπρα δείχνει ότι η δημοκρατία που προσπαθούμε να φτιάξουμε επί διακόσια χρόνια έχει πετύχει τουλάχιστον αυτό: να χωνεύει τα πάθη της. Η αθόρυβη αφομοιωτική της δύναμη αποκαθιστά την ισορροπία.
Εκτονώνει και, τουλάχιστον συμβολικά, ενώνει. Και μπορεί εντέλει να ταξιθετεί σε παιδαγωγική σειρά ακόμη και τους καταχραστές της.