ΑΠΟΨΕΙΣ

Διακόσια χρόνια φαγούρας

Στην παγκόσμια κατάταξη ευτυχίας οι Ελληνες είναι χαμηλά – στην 77η θέση. Με πρώτη τη Φινλανδία, και τη Δανία, την Ελβετία, την Ισλανδία, τη Νορβηγία, την Ολλανδία, τη Σουηδία, τη Νέα Ζηλανδία, το Λουξεμβούργο και την Αυστρία να ακολουθούν στη δεκάδα. 

Πώς στην παγωμένη Φινλανδία, όπου όλοι κλειδώνονται στα σπίτια τους για να μην πεθάνουν από το κρύο, μπορεί να είναι κάποιος πιο ευτυχισμένος από την ηλιόλουστη Ελλάδα, μου είναι ακατανόητο. 

Πάντως, όσο κι αν γκρινιάζουμε και μεμψιμοιρούμε, η Ελλάδα από μια φτωχική επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (για περισσότερο από 400 χρόνια) κατάφερε να είναι σήμερα μία από τις πλούσιες χώρες του πλανήτη, μέλος εδώ και τέσσερις δεκαετίες του κλαμπ των προνομιούχων της Ευρωπαϊκής Ενωσης, με τους κατοίκους της να απολαμβάνουν τα ανθρώπινα δικαιώματά τους και να ζουν σε μια ελεύθερη κοινοβουλευτική δημοκρατία. 

Προφανώς, βέβαια, δεν είμαστε το υπόδειγμα του πολιτισμού ή της κοινωνικής ευθύνης. Οποιος επισκεφθεί τις δημόσιες τουαλέτες σε κάποιο σταθμό ή σε μια δημόσια υπηρεσία αισθάνεται ότι διακτινίστηκε σε άλλη ήπειρο. Και πολύ συχνά βλέπουμε τα δάση και τις παραλίες μας να μετατρέπονται σε χωματερές από ασυνείδητους που επιλέγουν να ξεφορτώσουν εκεί το παλιό τους στρώμα ή τις χαλασμένες καρέκλες τους.  

Υπάρχουν, όμως, και τομείς στους οποίους στεκόμαστε σε ένα επίπεδο. Πάρτε, π.χ., τα πανεπιστήμιά μας. Μπορεί να μην είναι του επιπέδου αυτών της Βόρειας Ευρώπης. Ομως, παρά τον μεγάλο αριθμό εισακτέων κάθε χρονιάς και τις συχνά αναχρονιστικές υποδομές τους, βγάζουν κάθε χρόνο εκατοντάδες αποφοίτους που διαπρέπουν στο επάγγελμά τους στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Σου δίνουν, δηλαδή, τα απαραίτητα εφόδια για να προχωρήσεις στη ζωή σου – εφόσον δεν είσαι εντελώς αδιάφορος και τεμπέλης.

Εκεί, όμως, που η χώρα διεκδικεί κάθε χρονιά τη χειρότερη θέση, το «χρυσό βατόμουρο» όπως λένε στα Οσκαρ, είναι στη δημόσια διοίκηση. Ιδιαίτερα σε κάποιες δομές του στενού δημόσιου τομέα η ζωή εξακολουθεί να κυλάει με ρυθμούς υπανάπτυκτου, τριτοκοσμικού κράτους.  

Για παράδειγμα ο ΕΦΚΑ. Το μεγαλύτερο Ταμείο της χώρας. Εν έτει 2021, περισσότεροι από 150.000 συνταξιούχοι περιμένουν ακόμη και πέντε χρόνια για να εισπράξουν τη σύνταξή τους. Αν πραγματικά υπήρχε ένας στοιχειώδης σεβασμός στον Ελληνα πολίτη, αυτοί οι 150.000 απλήρωτοι συνταξιούχοι θα έπρεπε να είναι ο κύριος πονοκέφαλος κάθε κυβέρνησης. Και να είναι η άμεση προτεραιότητα κάθε κυβέρνησης.

Είναι αδιανόητο άνθρωποι που πέρασαν 35 ή 40 χρόνια δουλεύοντας και πληρώνοντας εισφορές κάθε μήνα από τον μισθό τους για να έχουν μια μικρή σύνταξη στα γεράματά τους να βρίσκονται στο τέλος του εργασιακού τους βίου σε οικονομικό αδιέξοδο. Και να αναγκάζονται, λόγω της ελληνικής γραφειοκρατίας, να καταφεύγουν στο υστέρημα των παιδιών τους ή σε κάποια δανεικά από γνωστούς και φίλους για να μπορέσουν να πληρώσουν τις υποχρεώσεις τους – φαγητό, ενοίκιο, ρεύμα και τηλέφωνο.

Ο Κ. Χατζηδάκης, προς τιμήν του, προώθησε αμέσως με το που ανέλαβε νόμο, που θα δώσει μια προσωρινή ανακούφιση σε αυτούς τους 150.000 εν αναμονή συνταξιούχους. Να εισπράττουν δηλαδή κάποιο «έναντι» –350 ευρώ τον μήνα– ώσπου να ολοκληρωθεί η καταμέτρηση των ενσήμων τους και να βγει η σύνταξή τους. 

Και όμως, κάποια από τα υψηλόβαθμα διοικητικά στελέχη του υπουργείου του αρνήθηκαν να το υπογράψουν. Για να μη βρουν, λέει, τον μπελά τους. Και όταν αποκαλύφθηκε η υπόθεση, βγήκαν οι συνδικαλιστές των δημοσίων υπαλλήλων και άρχισαν να διαμαρτύρονται που ο Χατζηδάκης δημοσιοποίησε την άρνησή τους.

Αλλά έχουμε και συνέχεια. Για να προχωρήσουν με γοργούς ρυθμούς οι διαδικασίες, ο Χατζηδάκης χρησιμοποιεί και ιδιώτες δικηγόρους που θα πληρώνονται με το κομμάτι. Με το που ακούστηκε κάτι τέτοιo, αμέσως εκπρόσωποι του ΣΥΡΙΖΑ και κάποιοι συνδικαλιστές επιστράτευσαν τα στερεότυπα. Του επιτέθηκαν κατηγορώντας ότι προσπαθεί να ιδιωτικοποιήσει τη δημόσια ασφάλιση. Και ζητούν, αντί για κάποιους «παρτ τάιμ» εργαζομένους, να προσλάβει και άλλους δημοσίους υπαλλήλους. Για μια δουλειά που χρειάζεται κάποιους έκτακτους για μερικούς μήνες, του ζητούν να φορτώσει τους φορολογουμένους με υπαλλήλους για 40 χρόνια! 

Δυστυχώς, για κάποιες νοοτροπίες του παρελθόντος δεν φτάνουν ούτε 200 χρόνια για να εγκαταλειφθούν.