ΑΠΟΨΕΙΣ

Το «κουβεντολόι» που μας έλειψε

Περνώντας έξω από την Εθνική Πινακοθήκη, λίγα 24ωρα πριν από τα συμβολικά εγκαίνιά της από τον πρωθυπουργό και τους ξένους υψηλούς προσκεκλημένους, παραμονή του εορτασμού της 25ης Μαρτίου, ένιωσα έναν κόμπο στον λαιμό. Φωταγωγημένη κιόλας, έχει κάτι καθαρτικό, μια αποθεωτική υπόμνηση της ζωής πριν από την πανδημία. Ισως τον Ιούνιο να μπορέσουμε να δρασκελίσουμε το κατώφλι της. Ισως. Και να δούμε αυτά που περιγράφουν τα ρεπορτάζ των πρώτων περιηγήσεων. Πρώτα το γλυπτό του Ροντέν «Ανθρωπος που βαδίζει πάνω σε κολώνα», «σύμβολο συνένωσης ετερόκλητων στοιχείων», και στη συνέχεια, στον χώρο έκδοσης των εισιτηρίων, τη μνημειακή «Λαϊκή αγορά» του Παναγιώτη Τέτση (1925-2016), έργο που απασχόλησε τον καλλιτέχνη πάνω από μία τριετία (ολοκληρώθηκε το 1982). Ενας φόρος τιμής στο λαϊκό δρώμενο, που είναι μια λαϊκή αγορά, όπως την παρακολουθούσε τις Παρασκευές στην οδό Ξενοκράτους, έξω από το σπίτι του. «Ισως αυτή η απροσδόκητη ποιητική εκ του συστάδην να χάρισε ακόμη μεγαλύτερη οικειότητα σ’ αυτή τη σύνθεση τη γεμάτη ζωικό παλμό, όπου ο θεατής συγχέεται με τα πρόσωπα του έργου κι έχει την ψευδαίσθηση ότι συμμετέχει, βουτηγμένος κυριολεκτικά στο χρώμα», όπως έχει γράψει η διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα.

Στον δεύτερο όροφο, κλειστός προς το παρόν, θα βρίσκεται ένα άλλο έργο μνημειακής κλίμακας: τοιχογραφίες του Φώτη Κόντογλου. Δύο τοίχοι δωματίου, από το σπίτι του, στη συνοικία Κυπριάδου, «που πουλήθηκε, για λίγες οκάδες λάδι και αλεύρι, στην Κατοχή». Ο νέος ιδιοκτήτης του σπιτιού, τις ασβέστωσε. Το 1977-78, οι τοιχογραφίες καθαρίστηκαν και σήμερα στήθηκαν στον νέο χώρο τους. Η μεγάλη σύνθεση (1932) απαρτίζεται από πορτρέτα της οικογένειας Κόντογλου, από μορφές αγίων και μαρτύρων, από φανταστικές συνθέσεις, με την τεχνική της μεταβυζαντινής ζωγραφικής.

Τέτσης και Κόντογλου σε μυστικό διάλογο. Δύο μεγάλα έργα πυκνοκατοικημένα, θορυβώδη, το καθένα με τον τρόπο του. Ο θόρυβος από τον δρόμο στο μυαλό του ζωγράφου, οι εικόνες που ξεχύνονται από παντού. Ενα «κουβεντολόι» που έλειψε από την καθημερινότητα της πόλης/πρωτεύουσας. Οχι μόνο εικαστικό «κουβεντολόι». Αλλά και σκέψεων, αισθήσεων, εντυπώσεων, συζητήσεων έντυπων ή προφορικών. 

Δέκα χρόνια έμεινε κλειστή, υπό ανακατασκευή, η νέα Εθνική Πινακοθήκη. Χρόνιζαν προβλήματα και εμπόδια, κατά διαστήματα τη λησμονούσαμε, θεωρούσαμε σχεδόν δεδομένο το δεκαετές εργοτάξιο. Η νυν υπουργός Πολιτισμού εργάστηκε εντατικά και συστηματικά για να πάρει το κτίριο την τελική, πολυπρισματική, εντυπωσιακή μορφή του. Και το μεγάλο κενό, όχι μόνο οικοδομικά αλλά και ουσιαστικά/συμβολικά, στην πόλη, στη χώρα, μοιάζει να πληρώνεται. Παραμένουμε επιφυλακτικοί, μέχρι να ανοίξουν οι πόρτες για το κοινό. Δέκα χρόνια «κακουχίας» δεν είναι λίγα και έχουμε κακοπάθει βλέποντας κι άλλα μουσεία να ανοιγοκλείνουν… Το σημαντικό όμως, σε αυτήν τη συγκυρία της διαρκούς απειλής, του φόβου και της μεγάλης δυσθυμίας, είναι η νέα άφιξη στην πόλη. Το περπάτημα που σου επιτρέπει «να ακουμπήσεις κάπου το βλέμμα σου», που καλλιεργεί την αναμονή για την επόμενη «κανονική» μέρα. 

Πριν από δέκα χρόνια, σε «Γεύμα» μας με τον Παναγιώτη Τέτση (11/04/2010), ο σπουδαίος ζωγράφος σχολίαζε την, κατά την άποψή του, αποστολή της Πινακοθήκης: «Δεν είναι να οργανώνει εκθέσεις, αλλά να δείχνει τις συλλογές της, την πορεία της νεοελληνικής τέχνης. Οι εκθέσεις οφείλουν να λειτουργούν συμπληρωματικά. Η Πινακοθήκη πάσχει στους χώρους, στη διαμόρφωση του κτιρίου. Είναι ακατάλληλο. Κάθε έργο θέλει τον χώρο του. Δεν μπορεί να παρατίθενται σαν να είναι στρατιώτες. Υπάρχουν σημαντικά έργα και άλλων καλλιτεχνών που δεν είναι τόσο γνωστοί και πρέπει και αυτά να βρουν τη θέση τους».

Η επιθυμία του γίνεται πραγματικότητα και εκείνος δεν είναι παρών για να απολαύσει τη νέα «στέγη» του. Η εσωτερική ευρυχωρία της νέας Εθνικής Πινακοθήκης, όμως, μας περιλαμβάνει όλους: εμάς, τους μελλοντικούς επισκέπτες, τους μεγάλους δημιουργούς, όλους τους ανθρώπους της που τη νοιάστηκαν και τη φρόντισαν. Μόλις η ανθρώπινη ροή αποκατασταθεί, θα αρχίσουν να «ρέουν» και οι ιστορίες, οι κουβέντες, να «κυκλοφορούν» στις αίθουσές της όλοι, παρόντες και απόντες.