ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΝΤΑΣ

Το φτωχόπαιδο που έγινε «τσάρος» του τουρισμού

to-ftochopaido-poy-egine-tsaros-toy-toyrismoy

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, τα καραβάνια των ομογενών από την πρώην Σοβιετική Ενωση προς την Ελλάδα είχαν αρχίσει να καταφθάνουν. Η «κόκκινη αυτοκρατορία» κατέρρεε και στη δύσκολη και επικίνδυνη περίοδο της μετάβασης, οι Ελληνες του κοχλάζοντος από τους βίαιους εθνικισμούς Καυκάσου και των εμπόλεμων παράλιων της Μαύρης Θάλασσας, αναζητούσαν ασφάλεια στη μητέρα πατρίδα.

Με μια αστραπιαία επιχείρηση του ελληνικού πολεμικού ναυτικού, τον Δεκαπενταύγουστο του 1991, μεταφέρθηκαν από το λιμάνι του Σοχούμι, της φλεγόμενης  Αμπχαζίας, δύο χιλιάδες ομογενείς που  βρέθηκαν μεταξύ διασταυρούμενων πυρών στις συγκρούσεις Γεωργιανών και Αμπχάζιων. Διακόσιοι Ελληνες άμαχοι είχαν χάσει έως τότε τη ζωή τους και τα χρονικά περιθώρια σωτηρίας των άλλων στένευαν δραματικά.

Η επιχείρηση, με τον κωδικό «Χρυσόμαλλο Δέρας», ήταν η θεαματική πλευρά της καθόδου Ελλήνων, που αναγκάζονταν λόγω συνθηκών να εγκαταλείψουν τις εστίες τους με την ελπίδα να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους στην Ελλάδα. 

Διά της στεριάς, κατηφόριζαν καθημερινά κονβόι με τουριστικά λεωφορεία και επιβατικά αυτοκίνητα (όσοι, λίγοι, τα διέθεταν) γεμάτα με Ελληνες από τη Γεωργία, το Καζαχστάν, την Αρμενία, τη Ρωσία, σε μια διαδρομή 2.500 και πλέον χιλιομέτρων σε τουρκικό έδαφος, στο μεγαλύτερο μέρος. Μέχρι και πέτρες από τον Καύκασο μετέφεραν στους χώρους αποσκευών των λεωφορείων, για να χτίσουν στην Ελλάδα (Πρόχωμα Θεσσαλονίκης κ.α.) εκκλησίες όμοιες με αυτές που είχαν στα χωριά τους!

Σε ένα από τα αυτά, πέρασε μ’ ένα σοβιετικό παλιό Lada τα σύνορα με την Ελλάδα στον Εβρο, την άνοιξη του 1993, ένας τριαντάχρονος ονόματι Μπόρις Μουζενίδης, ο οποίος έμελλε να ανοίξει τις πύλες της Ελλάδας για εκατομμύρια Ρώσους τουρίστες βάζοντας τη δική του σφραγίδα στην τουριστική μας βιομηχανία. Είχε μαζί του τη σύζυγό του, τα δυο μικρά παιδιά του, στην τσέπη κάποια δανεικά λεφτά και στο πορτμπαγκάζ μια βαλίτσα με παλιά ανταλλακτικά αυτοκινήτων για το Lada. 

Γεννημένος το 1960 στο ελληνόφωνο χωριό Ημερα, της Τσάλκας, στη Γεωργία και μεγαλωμένος στην πόλη Ρουστάβι, ο Μπόρις Μουζενίδης, μηχανικός αυτοκινήτων, εγκαταστάθηκε στην πόλη της Θεσσαλονίκης, φτωχός, άγνωστος μεταξύ αγνώστων, αλλά αποφασισμένος να πετύχει. Στην αρχή έκανε διάφορες δουλειές του ποδαριού, σερβιτόρος, οδηγός κ.ά., όπως άλλωστε οι περισσότεροι παλιννοστούντες ομογενείς που ήρθαν με πτυχία και παράσημα στον τόπο τους, αλλά το βλέμμα του ήταν στραμμένο στο μέλλον, τον τουρισμό δηλαδή. 

Θα ξεκινήσει το ’95, ανοίγοντας ένα μικρό γραφείο στην οδό Μοναστηρίου με στόχο τις τουριστικές δεξαμενές από τις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ενωσης, που άρχιζαν σιγά σιγά να ανοίγουν, για να διαγράψει μια θεαματική τροχιά και να φτάσει να γίνει ο «τσάρος» της από Βορρά τουριστικής πλημμυρίδας. 

Γνώριζε τη ρωσική γλώσσα, ήξερε τη νοοτροπία τους, και στη Μόσχα είχε έναν εξάδελφό του, με τον οποίο συνεταιρίστηκαν για να κατεβάζουν παραθεριστές στην Ελλάδα.

«Κανείς δεν πίστευε ότι θα καταφέρει», είπε στην «Κ» στενός συνεργάτης του, ενώ ο ίδιος φέρεται να έλεγε χαριτολογώντας ότι «εγώ δεν ξεκίνησα από το μηδέν αλλά από το μείον και δεν φοβάμαι», εννοώντας τα δανεικά.

Με τα πρώτα γκρουπ να καταφθάνουν με λεωφορεία και πτήσεις της γραμμής (Αeroflot) η αρχή είχε γίνει, και μέσα σε 25 χρόνια ο Μπόρις Μουζενίδης θα απογειώσει τον ελληνικό τουρισμό, μεταφέροντας τα τελευταία χρόνια έως και ένα εκατομμύριο τουρίστες ετησίως από τις ανατολικές χώρες στη Χαλκιδική (αρχικά) και σε όλη την Ελλάδα στη συνέχεια. Πήγαινε τους πρώτους πελάτες του στις παραλίες και από εκεί μετέφερε τις γυναίκες στην Καστοριά για να αγοράσουν φθηνές γούνες και να πουλήσουν μερικά «κομμάτια» με την επιστροφή στην πατρίδα, ώστε να βγάλουν και τα έξοδα του ταξιδιού. 

Οι ξενοδόχοι, οι εστιάτορες, στη Χαλκιδική, στη Θάσο και αργότερα στα νησιά μέχρι την Κρήτη έπιναν νερό στο όνομά του, καθώς αύξανε τον κύκλο των εργασιών και αιμοδοτούσε τις τοπικές οικονομίες. Εκεί όμως που ο Μουζενίδης χτύπησε φλέβα χρυσού ήταν ο θρησκευτικός τουρισμός. 
Μετέτρεψε σε επικερδές προϊόν το βαθύ θρησκευτικό αίσθημα των ορθόδοξων χριστιανών της Ανατολικής Ευρώπης, πλημμυρίζοντας το Αγιον Ορος, τα Μετέωρα, την Πάτμο, τη Θεσσαλονίκη, ακόμη και τον Μιστρά, με χιλιάδες πιστούς τα καλοκαίρια. 

Σύντομα ο όμιλος Μουζενίδη απογειώθηκε. Το 2013 μπήκε στις πτήσεις τσάρτερ, ισχυροποιώντας τη θέση του ως tour operator, στη συνέχεια απέκτησε ιδιόκτητα ξενοδοχεία, δική του αεροπορική εταιρεία (Elinair), τεράστιο στόλο λεωφορείων κ.ά., άπλωσε τις δραστηριότητές του σε όλη την Ανατολική Ευρώπη, έφθασε πριν από την πανδημία σε φάση ανάπτυξης με τζίρο άνω των 100 εκατ. ευρώ και περισσότερους από 2.000 εργαζομένους σε άμεση απασχόληση.

Ατομο χαμηλών τόνων και με έμφυτη ευγένεια, το αυτοδημιούργητο «παιδί από την Τσάλκα» απέφευγε τη δημοσιότητα και σπάνια θα τον συναντούσε κάποιος σε δημόσιες εμφανίσεις. 

«Ηταν άνθρωπος έξυπνος, με μεγάλη καρδιά, βοήθησε πολύ κόσμο χωρίς να το επιδεικνύει», λέει ο πρόεδρος του Συλλόγου Ελλήνων Ποντίων Παλιννοστούντων «Μαυροθαλασσίτες», Γιάννης Καρυπίδης. 

Οπως έγραψε στο δικό του «ύστατο χαίρε» ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ξενοδόχων, Γρηγόρης Τάσιος, «κατάφερε με τον δυναμισμό και την πρωτοπορία του να αυξήσει το κύρος της χώρας μας και να συμβάλει δυναμικά στο άνοιγμα της ρωσικής αγοράς». Πέθανε στη Μόσχα, όπου είχε ταξιδέψει για επαγγελματικούς λόγους, χτυπημένος από τον κορωνοϊό. 

Την Πέμπτη η σορός του ενταφιάστηκε στη φτωχογειτονιά της Νέας Επικαρπίας, όπου ζούσε. 

Κάποιος από τους λίγους Ελληνοπόντιους που, λόγω των συνθηκών, παρέστησαν στην κηδεία έριξε στον τάφο του λίγο χώμα από την «ευλογημένη γη του Πόντου». 

Ο θάνατος του Μπόρις Μουζενίδη συντάραξε εκτός από τον κόσμο του τουρισμού κι εκείνον των δεκάδων χιλιάδων παλιννοστούντων ομογενών.

Για εκείνους ήταν το πρότυπο του εργατικού ανθρώπου, που με τη δουλειά του έγινε μεγάλος και τρανός. Δεν είχαν παρόμοια τύχη όσοι άφησαν σπίτια και περιουσίες και ήρθαν στην Ελλάδα ελπίζοντας σε ένα καλύτερο μέλλον. 

Ανθρωποι με πτυχία, τεχνίτες, επιστήμονες βρέθηκαν στην ανεργία, γνώρισαν την απογοήτευση και στην πλειονότητά τους περιθωριοποιήθηκαν, ένιωσαν να καταρρακώνεται η αξιοπρέπειά τους. 

Από μιαν άποψη, η «μητέρα πατρίδα» έπραξε το χρέος της, διευκολύνοντάς τους να εγκατασταθούν στην επικράτειά της και τους συνέδραμε οικονομικά.

Ηταν όμως αυτή η ενδεδειγμένη επιλογή ή μήπως έχασε η Ελλάδα προσβάσεις της σε ευαίσθητες περιοχές, όπως αυτές της Μαύρης Θάλασσας, διευκολύνοντας το άδειασμά τους από συμπαγείς και με ενεργή παρουσία στα κέντρα εξουσίας ελληνικούς πληθυσμούς;