ΑΠΟΨΕΙΣ

Δύο μάχες, δύο μέτωπα, διαφορετικό αποτέλεσμα

Σε μια τηλεοπτική συνέντευξή του στις 10 Φεβρουαρίου ο πρωθυπουργός είχε κάνει δύο εκτιμήσεις για την πορεία και την εξέλιξη της πανδημίας. Η μία ήταν πως, με το σκληρό λόκνταουν που θα ξεκινούσε την επόμενη ημέρα, θα αρκούσαν δύο εβδομάδες για να περιοριστεί η έξαρση των κρουσμάτων, που τότε άγγιζαν τα 1.500 την ημέρα. Η δεύτερη εκτίμηση του ήταν πως μέχρι το τέλος του Μαρτίου θα είχαν γίνει 1.700.000 εμβολιασμοί. Οι εκτιμήσεις αυτές έχουν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και αντικατοπτρίζουν απόλυτα τις δύο διαφορετικές, παράλληλες πορείες της αντιμετώπισης της πανδημίας στη χώρα μας. Γιατί τα μέτωπα του πολέμου αυτή τη στιγμή είναι δύο: πρώτον, πολεμάμε να ελέγξουμε τη διασπορά του ιού στον πληθυσμό με τα περιοριστικά μέτρα και, δεύτερον, προσπαθούμε να εμβολιάσουμε όσο το δυνατό περισσότερους ενήλικες, όσο πιο γρήγορα γίνεται. Για κάθε μέτωπο υπάρχει και η αντίστοιχη επιτροπή ειδικών που μελετά, ελέγχει, σχεδιάζει, προτείνει και κατευθύνει τη μάχη. Στην κάθε μάχη το κράτος προσπαθεί να ανταπεξέλθει με τα μέσα που έχει διαθέσιμα.

Στη μία πρόβλεψή του, ο πρωθυπουργός έπεσε τελείως έξω. Όχι απλά δεν συγκρατήθηκε η διασπορά του ιού μετά από δύο εβδομάδες λόκνταουν, αλλά μετά από σχεδόν δύο μήνες λόκνταουν η κατάσταση είναι ακόμα χειρότερη. Στο ένα από τα δύο μέτωπα της μάχης δεν τα πάμε καθόλου καλά. Στην άλλη πρόβλεψή του, όμως, ο πρωθυπουργός έπεσε μέσα. Κι όταν λέω “μέσα” δεν εννοώ “κοντά”. Θυμίζω ότι το νούμερο που είπε δεν ήταν γενικό. Δεν παρέπεμπε σε τάξη μεγέθους. Δεν είπε “πάνω από ενάμισι” ή “σχεδόν δύο”. Είπε “ένα εκατομμύριο επτακόσιες χιλιάδες” μέχρι το τέλος Μαρτίου, ένα πολύ συγκεκριμένο νούμερο. Ίσως να το παρατηρήσατε: μέχρι και την 31η Μαρτίου 2021 στην Ελλάδα είχαν γίνει 1.699.807 εμβολιασμοί.

Σ’ αυτή τη μάχη τα πηγαίνουμε πολύ καλύτερα. Έρχονται ακόμα λίγες δόσεις, αλλά όσες έρχονται, γίνονται. Η διαδικασία εμβολιασμών είναι απίστευτα δύσκολη, προϋποθέτει το στήσιμο μιας ολόκληρης εφοδιαστικής αλυσίδας εξαιρετικά περίπλοκης και ευαίσθητης -κι έγινε. Στήθηκε. Το σύστημα με τα ραντεβού λειτουργεί καλύτερα από ό,τι συμβαίνει στις περισσότερες χώρες του κόσμου. Ο κόσμος πηγαίνει και τα κάνει, δεν έχουμε φαινόμενα μαζικής άρνησης όπως σε άλλες κοντινές χώρες. Γκρίνιαζα στην αρχή για την ασαφή προτεραιοποίηση -και την άλλαξαν, την έκαναν σαφή, συγκεκριμένη και με αναλυτικές πληροφορίες στο σχετικό site. Μετά γκρίνιαζα γιατί δεν γίνονται εμβολιασμοί τις Κυριακές και τις αργίες, και το άλλαξαν κι αυτό: τώρα που έρχονται περισσότερες δόσεις επεκτείνεται ραγδαία το ωράριο και ανοίγουν και νέα εμβολιαστικά κέντρα. Τίποτε από αυτά δεν ήταν αυτονόητο. Οι περισσότερες χώρες του κόσμου αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα σε κάποιο ή κάποια από αυτά. Εμείς τα κάνουμε σχετικά σωστά, σχεδόν όλα.

Την ίδια στιγμή, τα μέτρα περιορισμού της διασποράς του ιού στην κοινότητα αποτυγχάνουν ξανά και ξανά να πετύχουν το σκοπό τους. Οι περιορισμοί που ανακοινώνονται δεν έχουν καμία αιτιολογία. Η αρμόδια επιτροπή δεν μοιράζεται τα δεδομένα που τεκμηριώνουν γιατί πρέπει να σταματήσει μια δραστηριότητα, ή να μην σταματήσει μια άλλη. Δεν ξέρουμε καν αν συλλέγουν τέτοια δεδομένα.

Τις προάλλες, για παράδειγμα, ένα μέλος της επιτροπής λοιμοξιολόγων δήλωσε ότι “στους κόλπους της επιτροπής φαίνεται να επικρατεί η αντίληψη πως το λιανεμπόριο μπορεί να λειτουργήσει χωρίς ουσιώδη επιβάρυνση στην επιδημιολογική κατάσταση”. Αυτό ακριβώς είπε. Πώς έφτασε σε αυτό το συμπέρασμα η επιτροπή; Αυτό δεν το είπε. Προέκυψαν τίποτε νέα συνταρακτικά δεδομένα, ενδελεχείς ολόφρεσκιες μελέτες που ανατρέπουν ολωσδιόλου όσα πίστευε η επιτροπή μέχρι τώρα; Δεν ανάφερε κάτι τέτοιο. Κι αν δεν υπάρχουν δεδομένα που ξαφνικά ανάτρεψαν τα πάντα, τότε γιατί είχαν κλειστό το λιανεμπόριο τόσο καιρό; Ούτε αυτό το διευκρίνησε.

Ενίοτε ανακοινώνονται και μέτρα τα οποία, ακόμα κι αν δεν ξέρει κανείς τίποτε από επιδημιολογικά δεδομένα, μοιάζουν κυριολεκτικά σαν βγαλμένα από επιτροπή (κατά το “η καμήλα είναι ένα άλογο σχεδιασμένο από επιτροπή”). Εύκολα μαντεύει κανείς, ας πούμε ότι κάποιος μπορεί σε κάποια συνεδρίαση να είπε “να ανοίξουμε τις διαδημοτικές μετακινήσεις”, κάποιοι μπορεί να είπαν “όχι να μην τις ανοίξουμε”, οπότε συμβιβάστηκαν να τις ανοίξουν μόνο το Σαββατοκύριακο, κι αυτή είναι και η μόνη ρεαλιστική εξήγηση για κάτι που ο καθένας καταλαβαίνει ότι είναι με μεγάλη διαφορά η χειρότερη λύση από τις τρεις, καθότι δίνει εντελώς λάθος μήνυμα ως προς το αν αυτό είναι ένα μέτρο που βελτιώνει ή χειροτερεύει την διασπορά του ιού.

Μέλη της αρμόδιας επιτροπής εμφανίζονται διαρκώς στα κανάλια και λένε ο καθένας και η καθεμία διαφορετικά πράγματα, κάνοντας διαρκώς προβλέψεις για την πορεία της πανδημίας οι οποίες στη συνέχεια σχεδόν πάντα διαψεύδονται. Όλες οι παλινωδίες, οι αναδιπλώσεις, η προχειρότητα και (νομίζω κυρίως) η μυστικοπάθεια έχουν οδηγήσει στη διάβρωση της εμπιστοσύνης του κόσμου στα μέτρα και στη διαδικασία λήψης τους. Το “οι επόμενες δύο εβδομάδες είναι κρίσιμες” έχει γίνει, πια, ανέκδοτο. Αλλά εκτός από την κατάρρευση της εμπιστοσύνης στα μέτρα, όλες αυτές οι παλινωδίες και οι αστοχίες και στην επικοινωνία αλλά και στην ουσία έχουν οδηγήσει και σε μια περίεργη και επικίνδυνη διαστρέβλωση στο πώς αντιλαμβάνονται οι πολίτες την κατάσταση. Από όλο τον θολό θόρυβο των ειδικών έχουμε φτάσει στο σημείο να θεωρούμε το να βρίσκονται πολίτες σε παραλίες και πάρκα καταδικαστέο κι επικίνδυνο (δεν είναι).

Πώς είναι δυνατόν οι δύο αυτές οι παράλληλες μάχες να εκτυλίσσονται τόσο διαφορετικά;  Το σίγουρο είναι ότι δεν πρόκειται για θέμα προσώπων: σκεφτείτε μόνο ότι οι δύο επιτροπές, η Επιτροπή των Λοιμοξιολόγων και η Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμών, έχουν έξι κοινά μέλη! Το ότι πρόκειται για ευσυνείδητους επαγγελματίες που κάνουν το χρέος τους όσο καλύτερα μπορούν είναι δεδομένο. Η διαφορά μοιάζει να βρίσκεται αλλού: στη διαφάνεια και στα δεδομένα. Τις δύο μάχες μοιάζει να τις πολεμάμε με εντελώς διαφορετική φιλοσοφία. Στη μάχη που τα πηγαίνουμε καλά, η επικοινωνία είναι σχετικά πιο ξεκάθαρη, και κάποια νούμερα (όχι όλα) είναι διαθέσιμα για να τα βλέπει ο καθένας. Στην άλλη μάχη, όπου υπάρχει περισσότερη μυστικοπάθεια, ίσως θα έπρεπε να ακολουθηθεί το ίδιο παράδειγμα. Διαφάνεια και επικοινωνία. Να απαντούν οι αρμόδιοι σε όλες στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων. Να δίνουν πλούσια στοιχεία που να αιτιολογούν τα μέτρα που αποφασίζονται. Πόσα γεγονότα υπερμετάδοσης έχουμε; Ποια; Πού ακριβώς; Τι λέει η ιχνηλάτηση κάθε ημέρας; Ποιο ποσοστό των νέων κρουσμάτων είναι από εργασιακούς χώρους, από διασπορά στα σπίτια, από διαδηλώσεις ή πορείες, ή από οικογένειες που πήγαν βόλτα στο πάρκο; Τι δεδομένα τεκμηριώνουν κάθε ένα από τα συγκεκριμένα μέτρα που λαμβάνονται; Υπάρχει, βέβαια, η υποψία ότι κανένας δεν συλλέγει τέτοια δεδομένα, ότι δεν γίνεται σοβαρή ιχνηλάτηση και ότι οι ειδικοί δεν έχουν ιδέα για το ποιες είναι οι βασικές εστίες διασποράς του ιού πια. Πράγμα που θα σήμαινε ότι παίρνουν τις αποφάσεις τους για τα μέτρα σχεδόν στην τύχη, διαισθητικά. Αλλά δεν πιστεύω ότι ισχύει κάτι τέτοιο.

Όπως και να ‘χει, το διακύβευμα είναι υπερβολικά μεγάλο και κρίσιμο. Είναι το πόσους νεκρούς θα θρηνήσουμε τους επόμενους μήνες, το πόσο μεγάλο θα είναι το τραύμα στην κοινωνία και την οικονομία μας στο εξής.

Αυτή τη στιγμή, στη μία μάχη χάνουμε. Η αδυναμία μας να περιορίσουμε τη διασπορά του ιού θα στοιχίσει τη ζωή δεκάδων Ελλήνων σήμερα, κι άλλων δεκάδων αύριο. Όσο σκληρό κι αν ακούγεται, πρόκειται για ζωές που θα μπορούσαν να έχουν σωθεί, αν είχαν ληφθεί καλύτερες αποφάσεις τους προηγούμενους μήνες.

Την ίδια στιγμή στην άλλη μάχη τα καταφέρνουμε καλύτερα. Σήμερα δεκάδες ζωές Ελλήνων σώζονται επειδή πρόλαβαν να εμβολιαστούν τους τελευταίους μήνες. Χιλιάδες ζωές έχουν ήδη σωθεί ακριβώς επειδή αυτή η διαδικασία λειτούργησε και λειτουργεί σωστά. Αυτή η διαδικασία είναι που θα μας σώσει τελικά. Αλλά θα πάρει χρόνο. Μέχρι τότε, πρέπει να περιορίσουμε τα θύματα της άλλης, δραματικής μάχης.