ΑΠΟΨΕΙΣ

Παύλος Πολάκης: Σουβλάκια

paylos-polakis-soyvlakia0Το άσμα ήταν ευάλωτο. «Μαύρη ζωή που κάνουμε εμείς οι μαύροι κλέφτες». Δεν χρειάζεται και πολλή πλαστογραφική φαντασία για να μεταφέρεις τους στίχους από την αυθεντική, προεπαναστατική κλεφτουριά, στη σημερινή αναρχία. Γι’ αυτό και το τραγούδι το σφετερίζονται τα «παιδιά» με τις μαύρες σημαίες και τις μαύρες κουκούλες.

Οι μπάχαλοι, αυτόκλητοι απόγονοι των κλεφτών. Οι πολάκηδες, απόγονοι του Μακρυγιάννη και του Κολοκοτρώνη. Πρόκειται για τους ίδιους ανθρώπους που έκαναν σπονδές στον εαυτό τους με σουβλάκια και κρασί από πλαστικά μπουκάλια κάτω από το εικόνισμα του Βελουχιώτη, που δέσποζε στα υπουργικά τους γραφεία. Πρόκειται δηλαδή για μια εκδοχή πολιτικού φολκλόρ, του οποίου η υπερχειλής τσίκνα σκεπάζει το εμφυλιακό κεντρί.

Υπό αυτό το πρίσμα, η πολιτική δυσπεψία που προκάλεσε το ντελίριο Πολάκη στη Βουλή φαίνεται υπερβολική. Ο βουλευτής που χορεύει με τα φαντάσματα του δωσιλογισμού και του μαυραγοριτισμού είναι μόνος. Ακόμη και κάποιοι σύντροφοί του αισθάνθηκαν την ανάγκη να αερίσουν δημοσίως την κομματική φανέλα από τις αναθυμιάσεις του.

Κάθε μεγάλο κόμμα έχει έναν δύτη της λάσπης, που βουτάει για εκλογική λεία στη γούρνα του λούμπεν. Ομως, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει μόνον αυτό. Εχει και «Πολάκη» που διαβάζει –ή, τουλάχιστον, τσιτάρει– Καντ.

Λίγα 24ωρα πριν από τον οχετό αψύτητας στη Βουλή, ο άτυπος τομεάρχης μελοδράματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, σχολιάζοντας τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου, είχε γράψει: «Αυτή είναι η φτιάξη της εγχώριας δεξιάς: εθελόδουλη και μεταπρατική. Και kitsch, εκθαμβωτικό, πηχτό, kitsch, πληρωμένο με κρατικό χρήμα. Με τέτοιο στραβό ξύλο είναι φτιαγμένοι οι παρ’ ημίν κοτζαμπάσηδες – παραφράζουμε τον Καντ».

Η Δεξιά δεν είναι απλώς, όπως στην πολακική εκδοχή, απόγονος των κοτζαμπάσηδων. Είναι και οντολογικά κατώτερη, φτιαγμένη από χαλασμένη πάστα.

Αυτός που συμβιώνει με τον Πολάκη δεν βλέπει το κιτς δίπλα του· το βλέπει απέναντι. Αυτός, στο όνομα της Αριστεράς, δανείζεται από την Ακροδεξιά το ανάθεμα του «εθελόδουλου»· και ξεπερνάει το μετεμφυλιακό παρακράτος όταν παρουσιάζει τους αντιπάλους του σαν αδιόρθωτα μιάσματα, προϊόντα στραβής «φτιάξης». Αυτός δεν είναι ο Πολάκης. Είναι ο Ξυδάκης.

Τουλάχιστον, η σφακιανή εκδοχή του φανατισμού βρίσκεται σε αισθητική συμμετρία με το πολιτικό της περιεχόμενο. Ακούς αυτό που βλέπεις. Οι ομόδοξοί του, της παστεριωμένης χολής, μεταμφιέζουν τον χουλιγκανισμό τους σε λογιοτατισμό.

Οι διαφορές, βεβαίως, είναι μονάχα στο πακετάρισμα του μίσους. Αλλά το πακέτο είναι καταδικασμένο να μείνει ανεπίδοτο.

Πόσοι τσιμπάνε πια με αυτά; Πόσοι κρυφονειρεύτηκαν τη δεκαετία του ’40 και δεν μπορούν ακόμη να ξυπνήσουν;