ΑΠΟΨΕΙΣ

Ιεράρχες του μιζεραμπιλισμού

Η θετική αναφορά του πρωθυπουργού στο «Ελληνικό όνειρο», το πρόσφατο βιβλίο μου, που βασίστηκε σε μια μεγάλη συζήτηση με τον Κώστα Γιαννακίδη για το παρελθόν και το μέλλον της χώρας, με χαροποίησε ιδιαίτερα, όπως ήταν φυσικό, γιατί πιστεύω στη δύναμη των ιδεών και επιθυμώ να γίνονται ευρύτερο κτήμα. Εξίσου φυσιολογικός υπήρξε ο ερεθισμός που προκάλεσε το σχόλιο αυτό σε ορισμένους δημοσιογράφους, που επαναλαμβάνονται βαρετά εδώ και χρόνια. 

Πιο αξιοσημείωτη, πάντως, ήταν η ενόχληση που αισθάνθηκαν κάποιοι καθηγητές Ιστορίας, τους οποίους ερέθισε ιδιαίτερα η αναφορά του πρωθυπουργού στην έννοια της ευτυχίας που αναπτύσσω στο βιβλίο, ως δυνητικού συστατικού στοιχείου ενός νέου οράματος για την τρίτη εκατονταετία του βίου της χώρας μας. Γιατί όμως τους ενοχλεί τόσο πολύ, σε βαθμό μάλιστα που εκτρέπονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και θεωρούν πως πρέπει να τοποθετούνται άμεσα απέναντί μου με άρθρα στον Τύπο;

Ο προφανέστερος λόγος είναι πως, όπως διαπιστώσαμε παλιότερα με την ιστορία του εμφυλίου πολέμου, αντιδρούν σε αυτό που εκλαμβάνουν ως απώλεια ενός προνομίου τους, της δυνατότητας δηλαδή που είχαν να λειτουργούν ως αποκλειστικοί ερμηνευτές της σύγχρονης ιστορίας μας. 

Τους είναι εξαιρετικά δυσάρεστο πως πλέον πρέπει να μοιράζονται (και μάλιστα ασθμαίνοντας) ένα πεδίο που ουσιαστικά θεωρούσαν ιδιοκτησία τους για δεκαετίες: και γιατί απεχθάνονται τον διάλογο, αλλά και γιατί, χρόνια βυθισμένοι μέσα σε κομματικούς οργανισμούς, αγνοούν τους κανόνες του επιστημονικού διαλόγου. Η ροπή τους αυτή ενισχύεται και από την ανασφάλεια που γεννάει η περιορισμένη διεθνής παρουσία τους, αυξάνοντας έτσι εκθετικά την επιθετική τους διάθεση.

Μεγαλύτερο ίσως ενδιαφέρον έχει το γεγονός πώς αντιδρούν στη μετατόπιση του ιστορικού υποδείγματος που έχει συντελεστεί στη διάρκεια της τελευταίας δεκαπενταετίας, από ένα κυρίαρχο για χρόνια αφήγημα που ήθελε την Ελλάδα να βρίσκεται σε θέση μόνιμης υστέρησης και συνεχούς εξάρτησης προς μια ερμηνεία που αναγνωρίζει σημαντικές επιτυχίες στην ιστορική πορεία της χώρας. 

Γιατί όμως; Γιατί να αντιδρά κανείς σε ένα θετικό αφήγημα, που αν μη τι άλλο βασίζεται σε έγκυρους δείκτες, βαφτίζοντάς το «ψεύτικο success story»; Γιατί να προκρίνει κανείς τη μόνιμη αποτυχία αντί να αναγνωρίζει πως πετύχαμε πολλά και όχι απαραίτητα επειδή αυτά μας χαρίστηκαν, αλλά γιατί με κάποιο τρόπο κάναμε ως χώρα και κάποιες ορθές επιλογές τους προηγούμενους δύο αιώνες;

Μια πρώτη απάντηση σχετίζεται με την πολιτική στόχευση. Το αρνητικό τους αφήγημα ποντάρει πάνω στην απελπισία και στον θυμό και επενδύει στη μόνιμη καταγγελία: «Στα ρεζιλίκια μας τοκίζοντας κανείς ποτέ δεν χάνει», που τραγουδά και ο Διονύσης Σαββόπουλος. 

Μια άλλη απάντηση παραπέμπει στην ψυχολογία αυτών των ανθρώπων. Μίζεροι και δυστυχείς ενδεχομένως οι ίδιοι, πώς να μην αναπαράγουν μια μόνιμη μιζέρια για τα πάντα; Δεν είναι, επομένως, καθόλου παράδοξο πως λέξεις όπως επιτυχία, αριστεία ή ευτυχία τούς ερεθίζουν – σχεδόν τους προξενούν ψυχική οδύνη.

Τέλος, κάποιο ρόλο έχει εδώ και το μόνιμο έλλειμμα φαντασίας που τους χαρακτηρίζει. Πράγματι, όπως γράφει ο ιστορικός Κώστας Κωστής, «η αγάπη, αν όχι η προσδοκία, για την αποτυχία του ελληνικού κράτους έχει μετατραπεί σε μείζον πρόταγμα της ιστοριογραφικής –και όχι μόνο– πρακτικής τους». Και οφείλεται στο γεγονός πως απλά αδυνατούν να φανταστούν κάτι «διαφορετικό, κάτι εναλλακτικό. Μάλλον γιατί δεν είναι σε θέση να το συγκροτήσουν». Σύμφωνα λοιπόν με τον Κωστή, οι ιστορικοί που αναλαμβάνουν τον άχαρο αυτό ρόλο «στην ουσία αναγορεύουν εαυτούς σε “ιερατείο” μιας εξ αποκαλύψεως αλήθειας».

Εγώ πάλι προτιμώ να τους περιγράψω ως ιεράρχες του μιζεραμπιλισμού. Ευτυχώς για όλους μας, η απήχησή τους περιορίζεται συνεχώς. Και πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; 

Οι κοινωνίες επιθυμούν να κοιτούν μπροστά και να ελπίζουν στο καλύτερο, όχι να κολυμπούν μέσα σε μια μόνιμη και αδιέξοδη μιζέρια.
 
* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης, κάτοχος της έδρας Gladstone στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.