ΑΠΟΨΕΙΣ

Μένιος Φουρθιώτης: Ντου

menios-foyrthiotis-ntoy0Ο υπουργός έγινε υπουργός παρότι δεν συμφωνούσε με ένα από τα βασικά κεφάλαια του κυβερνητικού προγράμματος στο χαρτοφυλάκιο που ανέλαβε. Επαψε να είναι υπουργός επειδή εκτιμήθηκε ότι δεν είχε προωθήσει αποτελεσματικά μια υπηρεσία στην οποία η κυβέρνηση απέδιδε μεγάλη σημασία. Και επειδή είχε, εν τω μεταξύ, φορτωθεί ένα ηχηρό φιάσκο.

Για όλους αυτούς τους λόγους –την κωλυσιεργία για το νέο σύστημα επικουρικής ασφάλισης, την καθυστέρηση στην έκδοση των συντάξεων, το «σκοιλ ελικικου»– ο τέως υπουργός Εργασίας θα ήθελε να ξαναγράψει την προσωπική του ιστορία. Θα ήθελε να είχε πέσει θύμα του Φουρθιώτη.

Το ότι ο εξωτικός τηλεοπτικός παράγοντας δεν τρώει υπουργούς, όπως άφηνε να εννοηθεί η εξιστόρηση του Βρούτση, δεν σημαίνει όμως ότι όσα εκ των υστέρων καταγγέλλει ο αποπεμφθείς υπουργός δεν συνιστούν πρόβλημα. Κάθε άλλο. Επιδεινώνουν την ήδη αλγεινή εντύπωση ότι το κράτος και οι υπηρεσίες του διατηρούν αφανείς λώρους με παράγκες μικροεξουσίας.

Από τον τρόπο που η κυβέρνηση επιχειρεί να (μην) αντιμετωπίσει το θέμα, φαίνεται να πιστεύει ότι ο σκανδαλιστικός χαρακτήρας της υπόθεσης και η ασημόσκονη ευτελούς φαντασμαγορίας που τη συνοδεύει επιτρέπουν την αφ’ υψηλού προσπέραση. Η σιωπηρή συγκατάβαση φαίνεται να βασίζεται στο γεγονός ότι οι πρωταγωνιστές διαδηλώνουν με όλους τους τρόπους την ελαφρότητά τους. Γιατί να ασχοληθούμε σοβαρά;

Η ελαφρότητα, όμως, καθιστά ακόμη πιο βαριά την άνεση με την οποία επιχειρούνταν «ντου» σε υπουργικά γραφεία. Δεν είναι καλύτερο, αλλά χειρότερο για ένα κράτος να μπορεί να το απειλεί μια φιγούρα του τηλεοπτικού λυκόφωτος. Γι’ αυτό και ο πολιτικός αντίκτυπος είναι, αναμενόμενα, εξίσου δυσανάλογος της φάρσας: η ωχρά ακτινοβολία του κουτσομπολιού εξοπλίζει την υπόθεση με μεγαλύτερη μεταδοτικότητα – ιδίως σε μια στιγμή πανδημικής δυσαρέσκειας και μονότονης ειδησεογραφίας. Ο,τι αφήνεται να σβήσει τάχα μόνο του, σαν παραπολιτικό καλαμπούρι, απειλεί να αποκτήσει εμβέλεια πραγματικού σκανδάλου.

Εχει συμβεί ξανά κατά τη διάρκεια της –τρόπος του λέγειν– καραντίνας: μια ειρωνική δήλωση, μια βόλτα στο βουνό, ένα αυθόρμητο χειροφίλημα. Στιγμιότυπα αμελητέα που πέφτουν στον αντιδραστήρα των κοινωνικών δικτύων και στο εύφλεκτο έδαφος που έχει δημιουργήσει ο εγκλεισμός, προκαλώντας ασύμμετρες εκρήξεις.

Αν ζυγίσεις αυτά τα ατυχήματα με τα γεγονότα της όντως πολιτικής –με τις στατιστικές της υγειονομικής άμυνας και με τα εγχειρήματα της μεταπανδημικής ατζέντας, που κυοφορούνται ταυτόχρονα με την άμυνα–, τα ατυχήματα μοιάζουν όντως αμελητέοι περισπασμοί. Ομως, πάνω στην κόχη αυτού του παράδοξου ισορροπεί πάντα η πολιτική. Ανακοινώνεις, ας πούμε, το πρωί ένα μεγαλόπνοο πρότζεκτ για τη δημιουργία κυβερνητικού πάρκου. Και μέχρι το απόγευμα έχεις βρεθεί να απολογείσαι για ένα νούμερο. Ενας Φουρθιώτης έχει προλάβει να θάψει έναν Λεντάκη.