ΑΠΟΨΕΙΣ

Η Δύση πιέζει τον Ερντογάν

Η μεγάλη δραστηριότητα στα διε-θνή πράγματα που παρατηρήθηκε την περασμένη Τρίτη μας αφορά αναμφίβολα άμεσα, αφού συμμετείχε άλλωστε και ο Ελληνας πρωθυπουργός πραγματοποιώντας επίσημη επίσκεψη στη Λιβύη. Ταυτόχρονα σχεδόν με την επίσκεψη του Ιταλού πρωθυπουργού Μάριο Ντράγκι στην ίδια χώρα και με τη συνάντηση της προέδρου της Κομισιόν Φον ντερ Λάιεν και του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Μισέλ με τον Ερντογάν στην Αγκυρα, ενώ το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ανακοίνωνε στοχευμένες κυρώσεις εις βάρος ανώτατων στελεχών, αλλά και της ίδιας της κρατικής εταιρείας εξοπλισμών της Τουρκίας. Παράλληλα, με κλιμάκωση της έντασης στο μέτωπο του Ντονμπάς μεταξύ Ουκρανίας – Ρωσίας – ΗΠΑ (Δύσης).

Στο ερώτημα εάν όλα τα παραπάνω συνδέονται, η απάντηση είναι απερίφραστα ναι. Εντάσσονται στο πλαίσιο της αλλαγής πολιτικής από την πλευρά της Ουάσιγκτον, που σηματοδοτείται από την απόφαση της κυβέρνησης Μπάιντεν να αναλάβει τα ηνία του λεγόμενου δυτικού κόσμου, να στοιχίσει πίσω από τις ΗΠΑ πειθαρχημένες όλες τις χώρες που θεωρεί ότι ανήκουν σε αυτό το στρατόπεδο και να ενεργοποιηθεί ξανά σε περιοχές όπως η Ευρώπη και η Μέση Ανατολή. Είναι φανερό ότι η συστράτευση αυτή έχει βασικούς στόχους: α) Την αντιμετώπιση του αντίπαλου δέους που, κατά τους Αμερικανούς, αποτελούν γεωπολιτικά και οικονομικά κυρίως η Κίνα, βεβαίως η Ρωσία, β) την εξουδετέρωση κάθε απόπειρας οποιασδήποτε χώρας (Γερμανία, Τουρκία ή άλλη) ή συνόλου χωρών, όπως η Ενωμένη Ευρώπη, να τις προσεγγίσουν.

Επικοινωνιακά και ουσιαστικά, το όπλο που χρησιμοποιούν πάλι οι ΗΠΑ στον νέο «Ψυχρό Πόλεμο» είναι η προβολή περιορισμένων ανθρώπινων και πολιτικών δικαιωμάτων σε συνδυασμό με την ελλειμματική δημοκρατία που χαρακτηρίζει την Κίνα, τη Ρωσία και άλλες χώρες, όπως η Τουρκία, που «παίζουν» μαζί τους. Πρόκειται για δοκιμασμένη συνταγή που εφαρμόστηκε από την κυβέρνηση Κάρτερ (σύμβουλος εθνικής ασφαλείας ο Μπρεζίνσκι), η οποία έφερε σε πολύ δύσκολη θέση τότε την ΕΣΣΔ και συντέλεσε στην κατάρρευσή της. Η χρήση της συγκεκριμένης συνταγής δείχνει, προς το παρόν, να λειτουργεί υπέρ της Ελλάδας στα ελληνοτουρκικά.

Η Ουάσιγκτον θέλει την Τουρκία στο δυτικό στρατόπεδο και δεν το κρύβει. Ενοχλείται σφόδρα από τη συνεργασία Ερντογάν – Πούτιν σε διάφορα επίπεδα, από την αγορά των S-400 από την Αγκυρα, από την τάση του τουρκικού καθεστώτος να επαμφοτερίζει και από τις απειλητικές διαθέσεις του απέναντι σε όμορες χώρες, συμπεριλαμβανομένου του Ισραήλ (πολύ σημαντικός παράγοντας αυτός). Με την επίκληση της καταπίεσης των ανθρωπίνων και δημοκρατικών δικαιωμάτων και την επιβολή κυρώσεων, «ανάγκασε» την Ευρώπη, χωρίς εμφανή αντίδραση από τη Γερμανία, να αυστηροποιήσει τη στάση της απέναντι στην Αγκυρα. Αποδεικνύεται από τις δηλώσεις Φον ντερ Λάιεν και Μισέλ μετά τη συνάντηση με τον Τούρκο πρόεδρο. Αναμφίβολα, επίσης, ο Κ. Μητσοτάκης ενθαρρύνθηκε να μεταβεί στη Λιβύη, όπου το δυτικό στρατόπεδο δραστηριοποιείται πια προκειμένου να περιορίσει την επιρροή Τουρκίας και Ρωσίας. Αναμένεται η αντίδραση Ερντογάν, ο οποίος πιέζεται έντονα σε πολλούς ζωτικούς τομείς.