ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο επικίνδυνος διχασμός της αγοράς εργασίας

Συχνά οι άνθρωποι δεν έχουν ακριβή αντίληψη για την εργασία τους! Τις περισσότερες φορές αναπολούν με ευχαρίστηση το παρελθόν, ίσως επειδή θυμούνται ευχάριστες στιγμές. Δυσανασχετούν και γκρινιάζουν για το παρόν και φοβούνται το μέλλον. Η συμπεριφορά αυτή ισχύει ιδιαίτερα τώρα, με ενεργό το τρίτο κύμα μιας αναπάντεχης πανδημίας και ενώ η αγορά εργασίας πλήττεται καίρια.

Στην πραγματικότητα, οι επιπτώσεις της πανδημίας έχουν μετριαστεί επειδή κεφάλαια των κρατών και των κεντρικών τραπεζών χρηματοδοτούν τις οικονομίες αλλά και επειδή η τεχνολογία επιτρέπει την τηλεργασία και άλλες μορφές απασχόλησης. Η τεχνολογία αναδεικνύεται στον καίριο παράγοντα που διαμορφώνει το μέλλον.

Το καλό νέο είναι πως το μέλλον δείχνει καλύτερο. Η πανδημία θα τελειώσει με άνθηση της οικονομίας διεθνώς, θεαματική βελτίωση της απασχόλησης και των εισοδημάτων. Το κακό είναι ότι υπάρχει ένα αξιοπρόσεκτο μέρος της κοινωνίας που έχει δυσκολίες να ακολουθήσει τους άλλους. Κάποιοι κινδυνεύουν να μείνουν πίσω επειδή δεν μπορούν να προσαρμοστούν στις νέες απαιτήσεις και μπορεί να αποτελέσουν «καύσιμη ύλη» για την επόμενη πυρκαγιά λαϊκισμού και ακραίας ρητορικής.

Η εξαιρετική έκθεση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γ. Στουρνάρα, για το 2020, προσφέρει στοιχεία για την πραγματική κατάσταση και όσον αφορά τον κίνδυνο ενίσχυσης της ανισότητας.

Σύμφωνα με την έκθεση, η σημαντική πτώση της παραγωγικότητας το 2020 μετά μια στασιμότητα το 2019, οδήγησε σε άνοδο του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος κατά 7,6%, αύξηση που είναι πολύ μεγαλύτερη από ό,τι το 2019, όταν το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος είχε αυξηθεί κατά 0,4%. 

Στις επιχειρήσεις, η δαπάνη για αμοιβές μειώθηκε 1,9% τους πρώτους εννέα μήνες του 2020, σύμφωνα με τα τριμηνιαία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, έχοντας επηρεαστεί από την πλήρη ή μερική διακοπή της δραστηριότητας κατά διαστήματα ή κατά περιοχές αλλά και –προς την αντίθετη κατεύθυνση– από τα αντισταθμιστικά μέτρα που εφαρμόστηκαν. Ωστόσο, το 2021 προβλέπεται ότι λόγω της αύξησης της οικονομικής δραστηριότητας θα υπάρχει γρήγορη ανάκαμψη, η παραγωγικότητα αναμένεται να εμφανίσει αξιόλογη άνοδο κατά 3,8%. 

Ωστόσο, υπάρχουν σημαντικά κενά προστασίας, επισημαίνεται στην έκθεση της κεντρικής τράπεζας και αφορούν τους ανέργους, τα πολύ φτωχά νοικοκυριά. Αλλωστε και πρόσφατη μελέτη του ΟΟΣΑ υποστηρίζει ότι η ενδεχόμενη αύξηση κατά 25% του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος θα ωφελούσε τα κατώτερα εισοδήματα. Ασφαλώς τα μέτρα εισοδηματικής ενίσχυσης που έχουν ληφθεί δεν μπορεί να είναι μόνιμα και θα αρχίσουν να αποσύρονται όταν περιοριστούν τα κρούσματα της πανδημίας. Τότε θα χρειαστεί μια πολιτική που δεν θα σπρώχνει στο περιθώριο τα στρώματα της κοινωνίας που δεν έχουν προσόντα.

Το ουσιαστικό πρόβλημα παραμένει και είναι ο διχασμός της αγοράς εργασίας ανάμεσα στα υψηλά και χαμηλά προσόντα των απασχολουμένων. Ο διαχωρισμός αυτός μπορεί να είναι ανεκτός για κάποιο διάστημα με μία προϋπόθεση: Αυτοί με τα χαμηλά προσόντα να έχουν τη δυνατότητα να ανεβούν επίπεδο. Να μην εμποδίζονται από νομοθετημένους, κανονιστικούς περιορισμούς, να έχουν την ευκαιρία να βελτιώσουν τα προσόντα τους και να ενισχύσουν το εισόδημά τους. 

Είναι βέβαιον ότι μέρος του δυναμικού χρειάζεται βοήθεια για να ενταχθεί στην αγορά εργασίας με απαιτήσεις. Η αβεβαιότητα προκύπτει από το γεγονός ότι οι κυβερνήσεις δεν είναι έτοιμες να συνεργαστούν για να επιτύχουν αποτέλεσμα. Είναι δεσμευμένες με πολιτικές προτεραιότητες. Ορισμένες από αυτές, είναι ευαίσθητες στη ρητορική που ακούν με ικανοποίηση οι ψηφοφόροι αλλά συχνά οδηγούν στην υποβάθμιση του ανταγωνισμού και κατά συνέπεια στο επίπεδο διαβίωσης.