ΑΠΟΨΕΙΣ

Κώστας Καραμανλής: Ετυμηγορίες

kostas-karamanlis-etymigories0Ποτέ δεν είναι αργά για να ανοίξει μια παλιά πληγή στην εξωτερική πολιτική. Αυτό φαινόταν ότι έκανε ο Κώστας Σημίτης δοκιμάζοντας να τακτοποιήσει την παρακαταθήκη του για την πολιτική του Ελσίνκι. Σε μια εύφλεκτη στιγμή για τα ελληνοτουρκικά, ανοίγει τη συζήτηση για το παρελθόν με έναν τόμο αυτοδικαίωσης και, αντιστοίχως, καταδικαστικής ετυμηγορίας για τον αντίπαλο, που κατηγορείται ότι έβγαλε το τρένο από τις ράγες.

Δεν θα μπορούσε να μην υπάρξει απάντηση. Ο τόνος της σημιτικής αναδρομής ήταν τόσο απαξιωτικός, που έμελλε να βγάλει την καραμανλική πλευρά από τη θαλπωρή της αδιατάρακτης σιωπής της.

Είναι όμως αυτό που ονομάζουμε στρατηγική του Ελσίνκι όντως «πληγή»; Ηταν τάχα μια αμφιλεγόμενη στροφή, που έθεσε σε διακινδύνευση τα κυριαρχικά δικαιώματα, αφήνοντάς τα εις χείρας τρίτων –των Ευρωπαίων εταίρων και των διεθνών δικαστηρίων–, όπως ισχυρίζεται στην απάντησή του ο Καραμανλής;

Δεν είναι τόσο δύσκολο να κρίνεις κάτι που έχει τη σφραγίδα του χρόνου· οι συνέπειές του έχουν μετρηθεί στα 22 χρόνια που ακολούθησαν. Τα περισσότερα από αυτά τα χρόνια ήταν τα πιο ανέφελα στην ιστορία των ελληνοτουρκικών σχέσεων, μπορεί και από την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Δεμένη σε μια σχέση πολυεπίπεδης συνεργασίας και επιτήρησης με την Ε.Ε., η Τουρκία της μετά Ελσίνκι περιόδου ήταν η λιγότερο επιθετική Τουρκία. Οι κουμπαριές Καραμανλή με τον Ερντογάν είναι μόνο η πιο φολκλορική έκφανση αυτής της πραγματικότητας.

Οι συνέπειες του Ελσίνκι δεν άλλαξαν, όμως, μόνο το κλίμα. Η καραμανλική απάντηση παρασιωπά τον πιο σημαντικό καρπό εκείνης της στρατηγικής: το ιστορικό επίτευγμα της ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι η λίστα των ενστάσεων Καραμανλή συνιστά επανάληψη εκείνων που είχαν διατυπωθεί ήδη το 1997 για το ανακοινωθέν της Μαδρίτης. Πρόκειται, δηλαδή, για φόβους που αποδείχθηκαν επιεικώς υπερβολικοί και διαψεύσθηκαν από τα πράγματα. Εκτός εάν πιστέψει κανείς ότι χρειάστηκε να έρθει μια άλλη κυβέρνηση, επτά χρόνια μετά τη Μαδρίτη, για να εξουδετερώσει τους κινδύνους.  

Ολα αυτά θα είχαν ενδιαφέρον μόνον ιστορικό. Θα είχαν εάν η αντιπαράθεση των πρώην πρωθυπουργών δεν εγγραφόταν και στα σημερινά πολιτικά συμφραζόμενα. Αδιαφορώντας για τον αντίκτυπο της αναψηλάφησης, ο Σημίτης φαίνεται να πέτυχε μια αντανακλαστική συσπείρωση στα έγκατα της συντηρητικής παράταξης: ο Καραμανλής μνημόνευσε Σαμαρά περίπου ως αυθεντικό διάδοχο της δικής του πολιτικής.

Από σπόντα, μοιάζει έτσι να ευνοείται η εσωκομματική στένωση των επιλογών της κυβέρνησης στο πεδίο των ελληνοτουρκικών. Ο Σημίτης δυσκολεύει εμπράκτως τη στρατηγική που ρητορικώς υπερασπίζεται.