ΑΠΟΨΕΙΣ

Είναι δυνατή η ασφαλής αστυνόμευση;

Η ελληνική αστυνομία βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή. Τα περιστατικά αυθαιρεσίας και βίας αυξήθηκαν ποσοτικά και χειροτέρεψαν ποιοτικά, με την έννοια ότι πολλοί ένστολοι ενεργούν ωσάν να μην υπάγονται στο ίδιο δίκαιο με τους υπόλοιπους πολίτες. Εξάλλου, η Ελλάδα βρίσκεται μεταξύ των ουραγών χωρών στην Ευρώπη, που δεν διαθέτουν αξιόπιστο και αποτελεσματικό μηχανισμό ελέγχου και απόδοσης ευθυνών των στελεχών της αστυνομίας. Καμία ελληνική κυβέρνηση δεν προώθησε μια ουσιαστική και ολοκληρωμένη μεταρρύθμιση, η οποία θα φτάνει μέχρι τέλους. Σε έναν τέτοιο μηχανισμό, μετά την αξιόπιστη διακρίβωση περιστατικών αστυνομικής αυθαιρεσίας και βίας θα έπρεπε να διασφαλιστεί η απόδοση ευθυνών χωρίς εκπτώσεις. Σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές και διεθνείς προδιαγραφές, ο μηχανισμός εξέτασης των παραπόνων των πολιτών οφείλει, μεταξύ άλλων: 1) Να μην υπόκειται σε κανενός είδους εξαρτήσεις. 2) Να λειτουργεί αποτελεσματικά και άμεσα. 3) Να υπόκειται σε συνεχή έλεγχο και να λογοδοτεί. Ενας τέτοιος ανεξάρτητος μηχανισμός θα πρέπει να έχει αρμοδιότητες απόδοσης ευθυνών και τιμωρίας των υπεύθυνων.

Σήμερα, στην Ελλάδα, η υποδοχή των παραπόνων κατά της αστυνομίας γίνεται όντως αξιόπιστα και η εξέτασή τους ολοκληρώνεται από τον Συνήγορο του Πολίτη. Στο πρώτο τμήμα της αλυσίδας είμαστε καλά. Στο δεύτερο είμαστε εντελώς ανεπαρκείς. Η διαδικασία ουσιαστικά ακυρώνεται από το γεγονός ότι η διερεύνηση των καταγγελιών εντός της αστυνομίας δεν ακολουθεί, και μάλιστα με κραυγαλέο τρόπο, τα παραπάνω κριτήρια. Δεν είναι μόνο ο πειθαρχικός έλεγχος που συνεχίζει να διατηρεί η ΕΛ.ΑΣ. με δικά της όργανα, αλλά οι ελλείψεις αφορούν και το ποινικό τμήμα της διαδικασίας. Η αποφυγή των αστυνομικών από την αυτόφωρη δίωξη αποτελεί άλλον έναν δείκτη της παθογένειας που πλήττει την ΕΛ.ΑΣ αλλά και το σώμα των δικαστών και των εισαγγελέων, τροφοδοτώντας την αντίληψη ότι το ένστολο προσωπικό διαθέτει μία ιδιότυπη ασυλία. Οι εισαγγελείς και οι δικαστές ευθύνονται, λοιπόν, σε μεγάλο βαθμό για την εμπέδωση της κουλτούρας ατιμωρησίας στην αστυνομία.

Η έξαρση της αστυνομικής βίας ανάγκασε τον πρωθυπουργό να ανακοινώσει τέσσερα μέτρα –βάσει του πορίσματος της «επιτροπής Αλιβιζάτου»– τα οποία, αν και θετικά, δεν αγγίζουν τον πυρήνα του προβλήματος, δηλαδή τη συστηματική μη υπαγωγή των αστυνομικών στο νόμο. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, έναν αξιόπιστο και ολοκληρωμένο μηχανισμό ελέγχου της αστυνομικής αυθαιρεσίας θα τον επιζητούσαν πρώτα από όλους ο πρωθυπουργός και ο αρμόδιος υπουργός. Πέρα από το σύμπτωμα που είναι η διάχυση της αστυνομικής αυθαιρεσίας και βίας στον δημόσιο χώρο, όπως και στα ανέλεγκτα άδυτα των κρατητηρίων, θα πρέπει κανείς να ακυρώσει τα πολιτικά αίτια που γεννούν και συντηρούν την αυθαιρεσία ως τάση κανονικότητας, και την ατιμωρησία ως βεβαιότητα.
 
* Ο κ. Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης είναι καθηγητής Διεθνούς Δικαίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.