ΑΠΟ ΤΟ ΛΟΝΔΙΝΟ

Ευσεβής πόθος

Τον αποκαλούσαν «ο πάπας», αυτό ήταν το παρατσούκλι του Αβραάμ Μπρέντιους, του ειδήμονος στην ολλανδική ζωγραφική του 17ου αι. Αυθεντία στα έργα του ζωγράφου Βερμέερ, είχε χτίσει την καριέρα του αναγνωρίζοντας όλους τους πλαστούς πίνακες που χρέωναν στον ζωγράφο. Στα 82 ο καταξιωμένος ιστορικός τέχνης, συνταξιούχος πλέον, ζούσε στο Μονακό. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή της ζωής του χτύπησε η πόρτα, ήταν το 1937. Ενας Ολλανδός αντιφασίστας, πρώην βουλευτής, εμφανίστηκε στο κατώφλι κρατώντας κάτι ογκώδες ανά χείρας. Του είπε ότι χρειάζεται επειγόντως χρήματα για να οργανώσει την απόδρασή του από την Ευρώπη και έχει κάτι που μπορεί να τον ενδιαφέρει. Ξεπακέταρε και εμφάνισε έναν καμβά. Ηταν «Ο Χριστός στους Εμμαούς» και πάνω αριστερά είχε τη μαγική υπογραφή IV Meer.

Ο Βερμέερ έμεινε γνωστός για τα στιγμιότυπα εσωτερικών χώρων, για τις οικιακές στιγμές με τις γυναίκες πρωταγωνίστριες που εκδήλωναν μυστηριωδώς τη συνενοχή τους με τον ζωγράφο. Για την τάξη, τη γαλήνη, τη καθαρότητα της φόρμας και του φωτός που έμπαινε από το αριστερό παράθυρο και απλωνόταν στον καμβά. Ο συγκεκριμένος πίνακας δεν διέθετε κανένα χαρακτηριστικό της τεχνοτροπίας του μεγάλου ζωγράφου. Ναι μεν διαδραματιζόταν κεκλεισμένων των θυρών, αλλά τα χρώματα ήταν σκούρα, τα πρόσωπα στατικά και απαθή και από το φως έλειπε η διαύγεια. Το σημαντικότερο, ο ζωγράφος δεν είχε ποτέ ασχοληθεί με βιβλικές σκηνές. Εάν είναι γνήσιος, μόνο εκείνος, ο Μπρέντιους θα το γνώριζε. «“Ο Χριστός στους Εμμαούς” όχι μόνο είναι αυθεντικός, είναι το μεγαλύτερο αριστούργημα του ζωγράφου!», γνωστοποίησε συγκινημένος ο Μπρέντιους. «Πολύ διαφορετικός από το υπόλοιπο έργο του, αλλά κάθε εκατοστό ανόθευτο παραταύτα», αναφώνησε, χωρίς να μπορεί να ελέγξει τα συναισθήματα της έκπληξης και της χαράς του. Αλλωστε, πάντα πίστευε ότι ο καλλιτέχνης θα είχε ασχοληθεί και με θρησκευτικά έργα. «Αυτός είναι με σιγουριά ο 36ος πίνακας του Βερμέερ!» δήλωσε, αιχμάλωτος εκείνο το λεπτό του ευσεβούς του πόθου. Πιόνι μιας υποκινούμενης λογικής που έχει προαποφασίσει και μετέτρεψε τον έμπειρο σε υποχείριο των συναισθημάτων του.

Γιατί σας τα γράφω όλα αυτά θα μου πείτε, αφού μπορεί να έχετε ήδη δει την ταινία «Ο τελευταίος Βερμέερ». Είναι ελκυστικές οι ιστορίες παραχάραξης, η γοητεία έγκειται στο πρόσωπο του κιβδηλοποιού. Το κίβδηλο θέλει πειθώ, δηλαδή γνώσεις, ταλέντο, εμμονή και φιλοδοξία και αυτός της ταινίας διέθετε από όλα χρυσοπουλώντας στους ναζί. H ιστορία όμως ξεπερνάει το πλαίσιο της ιστορίας της τέχνης. Θέλω να εστιάσω στον εξαπατημένο. Στον γνώστη που ήθελε διακαώς να παραπλανηθεί. Αυτή τη σκέψη έκανα –όλη κι όλη– την εβδομάδα που διανύσαμε όταν φίλος μού διεμήνυσε ότι έκανε δύο rapid tests και το αποτέλεσμα ήταν και στα δύο θετικό, αλλά έσπευσε να μου ανακοινώσει ότι «συχνά αυτά τα γρήγορα τεστ κάνουν λάθος, Ελεάννα». «Ναι, αλλά ακούω ότι έχεις συμπτώματα», αποκρίθηκα. «Μόνο βήχα έχω, κανένα άλλο σύμπτωμα». Οταν κάποιος δεν θέλει να αντιληφθεί, η ψυχολογία θα έχει σίγουρα κάποιον δόκιμο όρο –που δεν τον γνωρίζω– για να το εξηγεί. Οταν κάποιος δεν θέλει να καταλάβει, το καθοδηγούμενο σκεπτικό σπρωγμένο από τον ευσεβή πόθο έχει ήδη προαποφασίσει και καταλήξει. Τον Σεπτέμβριο στο Λονδίνο ένας καθηγητής Γεωγραφίας μου δήλωσε με ύφος βαρύγδουπο: «Ο κορωνοϊός είναι παρελθόν». Από τον Νοέμβριο όλοι μετρούσαμε τις μέρες να τελειώσει η χρονιά της ταλαιπωρίας. Τον Δεκέμβριο του 2020 πανηγυρίζαμε υποδεχόμενοι το νέο έτος. Εμφανίστηκε μια χρονιά ίδια και απαράλλαχτη με την προηγούμενη. Τώρα αίρονται οι απαγορεύσεις, οι πόλεις ανοίγουν δειλά και ξεχυνόμαστε έξω σε ό,τι μας επιτρέπεται. Η πανδημία έχει αναχαιτιστεί, ο ιός όμως υπάρχει ακόμα. Η λογική θα έπρεπε να μας υποδεικνύει να είμαστε καταφανώς προσεκτικοί, αλλά είμαστε αναφανδόν αθύρματα των συναισθημάτων μας – της κούρασης και του ενθουσιασμού μας. Το AstraZeneca προκαλεί θρομβώσεις, έτσι διαδόθηκε από κάποιον που δεν πρέπει να έχει καμία επαφή με τη στατιστική –την επιστήμη του ρίσκου– αλλά κατάφερε να σπείρει την καχυποψία διαχέοντας τον φόβο που πάντα υπερτερεί.

Τα δεδομένα δεν δίνουν σχήμα στη σκέψη μας, τα συναισθήματα το κάνουν. Η σκέψη είναι πιο κουραστική. Απαιτεί σύστημα και ανάλυση. Αφηνόμαστε έρμαια των συναισθημάτων παρόλο που γνωρίζουμε ότι αυτά είναι φευγαλέα και συχνά ανάξια εμπιστοσύνης. Η διαίσθηση είναι απλούστερη θα μου πείτε και επιπλέον γεμίζει προσδοκία. Παρόλο που η ελπίδα δεν είναι συναίσθημα, υποστηρίζεται από συναισθήματα. Εχει να κάνει με τον τρόπο που σκεφτόμαστε και προϋποθέτει τρία σχεδόν τεχνοκρατικά συστατικά: ρεαλιστικούς στόχους, μελέτη για την επίτευξή τους και (φυσικά) πίστη στον εαυτό μας για να προσβλέπουμε.

Σκεφθείτε από πόσες λάθος επιλογές θα είχαμε γλιτώσει, όταν τη στιγμή της απόφασης κάναμε λίγο πίσω και αναλύαμε σε μεγαλύτερο βάθος. «Είχα δυσκολία να ελέγξω τα συναισθήματά μου», ήταν τα λόγια του Μπρέντιους. Η διαχρονική παγίδα που θα σκοντάφτουμε έστω κι αν –ως γνωστόν– η ηλιθιότητα του γνώστη είναι βαρύτερη από αυτή του αδαούς.
 
* Η κ. Ελεάννα Βλαστού είναι συγγραφέας και ζει στο Λονδίνο.