ΑΠΟΨΕΙΣ

Όταν έγινε Τούρκος ο λόρδος της καρδιάς μας

«Γενιά μηχανορράφα, πανούργα κι ανήσυχη» χαρακτήρισε τους συγκαιρινούς του Ελληνες, κάνοντας κι αυτόν τον Μέτερνιχ ν’ απορήσει για το έλλειμμα στοιχειώδους τακτ.

Με τον επετειακό παλλαϊκό αναστοχασμό να θερμαίνεται παρά τον ζόφο της πανδημίας και τη βοήθεια ποικιλώνυμων μεντόρων (και διαπιστευμένων ή αυτόκλητων κατηχητών πολιτικής αγωγής), μπαλώνουμε κάπως την άγνοια για σταθμούς και σοκάκια της νεότερης ιστορίας μας. Ανιχνεύοντας την εθνική μας ταυτότητα, να μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για (επ)ανάγνωση του σπουδαίου έργου του Απόστολου Ε. Βακαλόπουλου «Ο χαρακτήρας των Ελλήνων», σκιαγραφία από την αρχαιότητα έως τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας.

Ξεχωριστό ενδιαφέρον έχουν οι διηγήσεις επισκεπτών, περιηγητών, λογίων, καλόβουλων και κακεντρεχών για τους Ελληνες, πέριξ του ’21. Αλλοι ανακαλώντας φαντάσματα αρχαίων συντρίβονταν από την εικόνα των υπόδουλων, μοιράζοντας ωστόσο επαινετικούς οβολούς: «Ακονισμένα μυαλά, με φυσική ευγλωττία και ισχυρές ικανότητες σε ό,τι καταπιάνονται». Aλλοι, ασυγκίνητοι από την οξειδωτική επίδραση του οθωμανικού ζυγού, έβλεπαν ελεεινούς ψευδολόγους, άξεστους, εφιαλτικά αμαθείς. Αντιθέτως, πολλοί εκπλήσσονταν που γνώριζαν ανθρώπους που δεν τους είχαν διαφθείρει οι εκβιασμοί και η άνομη συμπεριφορά Τούρκων και προκρίτων, αν και «ό,τι καταγράφεται στην ψυχή από τη δουλεία δεν ξεριζώνεται εύκολα». 

Στα πορίσματά τους οι ξενόφερτοι, συμπαθούντες ή μη, είτε δίνοντας άλλοθι ραγιαδισμού είτε όχι, διέκριναν όμαιμους αλληλομισούμενους, αλλά ανάμεσά τους φιλόπονους, φιλόξενους ακόμα και χαρωπούς… Θα μπερδεύτηκαν, ακόμα και οι οξυδερκείς, με τόσο πολλούς, ευδιάκριτους, χαρακτήρες Ελλήνων. 

Ο Λόρδος Βύρων αποτελεί ξεχωριστό κεφάλαιο μόνος του, αφού βρίσκεται δύο αιώνες τώρα, με την ψήφο ημών και αποδήμων, αυτοδύναμος στην κορυφή του όρους των φιλελλήνων. Αιρετικός αριστοκράτης, με βίο κατ’ επιλογήν πολυτάραχο και πολύβουο, φυγόκεντρος, δεινός κολυμβητής, φωτοβόλος, ηδονοθήρας, οινοπότης που έβγαινε θριαμβευτής στις μάχες εναντίον της εγκράτειας. 

Τον βαθμολόγησε ο πολύς Γκαίτε. «Μεγάλος μόνον ως ποιητής ο Μπάιρον αλλά στη σκέψη του είναι παιδί». Ακόμη κι όσοι δεν έχουμε διαβάσει (όπως ο γράφων) το κατανυκτικό «Προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ», συνυπογράφουμε ασμένως τους διθυράμβους που το συνοδεύουν. Το τάμα του στον υπόδουλο τόπο –η εμπειρία της Ελλάδας με έκανε ποιητή, έλεγε– κατέστη ειμαρμένη, δόθηκε ψυχή τε και σώματι, παθιάστηκε. 

Ευαίσθητος, ευάλωτος, φαντασιοκόπος, με εξάρσεις κυκλοθυμικού, έστησε εντός του χορό Ζαλόγγου, με τον αχό του εμφυλιοπολεμικού μένους εκείνης της σκλαβωμένης κι επαναστατημένης γενιάς να γκρεμίζει το νοερό, με ενοίκους χωρίς κουσούρια, υπό ανέγερση βασίλειό του. Κάποτε, βαριά φαρμακωμένος, σαν παιδί, πέρασε στιγμιαία, με λόγια του αέρα, στο αντίπαλο στρατόπεδο, βρίσκοντας τους Τούρκους «πιο εκλεπτυσμένους, πιο ευγενείς». Βαθιά μεταμελημένος, έσπευσε να υπηρετήσει το ελληνικό πεπρωμένο του.