ΑΠΟΨΕΙΣ

Κάποτε αυτό το άρθρο θα το αποκηρύξω

Το 2009 έγραψα ένα κείμενο για ένα περιοδικό με τίτλο «Οι Κολασμένες Διακοπές Ενός Ελληνα Γκρινιάρη». Ηταν ένα χιουμοριστικό κείμενο (ή αυτό προσπαθούσε να είναι, τουλάχιστον), θεωρητικά ανώδυνο, μικρής και εφήμερης αξίας, αλλά θυμάμαι ότι ήμουν ικανοποιημένος με αυτό, τότε. Πλέον το απεχθάνομαι. Η ανθρωποφοβία, ο κυνισμός, τα χιλιοειπωμένα κλισέ, ο μισογυνισμός του κειμένου εκείνου μου προκαλούν σήμερα ντροπή. Ποιος είναι ο άνθρωπος που το έγραψε; Αναρωτιέμαι. Αποκλείεται να είμαι εγώ. Μα ήμουν εγώ. 

Οι άνθρωποι αλλάζουν συνέχεια. Αλλοι λίγο πιο γρήγορα, άλλοι πιο αργά. Κι εσείς που διαβάζετε δεν ήσασταν οι ίδιοι δέκα ή είκοσι χρόνια πριν. Σήμερα, εξάλλου, όλο και περισσότεροι ζούμε τη ζωή μας αφήνοντας γραπτά θραύσματα της προσωπικότητάς μας στο Ιντερνετ. Κάποιοι, ακραίες περιπτώσεις, αφήνουμε εκατομμύρια λέξεις, ωκεανούς κειμένων κάθε είδους και μεγέθους που, στη δική μου περίπτωση τουλάχιστον, απλώνονται πια σε βάθος σχεδόν είκοσι χρόνων. Τα περισσότερα από αυτά είναι κάπου, κάπως, ακόμα εκεί έξω. 

Εχω διαπιστώσει με πόνο ότι πάρα πολλές από τις λέξεις που έγραφα παλιά δεν είναι μόνο κακοφτιαγμένες κι άτεχνες, αλλά αποτυπώνουν και ιδέες, απόψεις και στάσεις που δεν έχουν καμία σχέση με αυτά που σκέφτομαι και πιστεύω σήμερα. Αλλά κι άνθρωποι που δεν έχουν για δουλειά τους το γράψιμο αφήνουν το αποτύπωμά τους γράφοντας στα social media, σε blogs ή αλλού, και μετά τα χρόνια περνάνε, οι άνθρωποι αλλάζουν, ο κόσμος αλλάζει και αυτά, τα παλιά, που έμειναν γραμμένα και υπογεγραμμένα, παραμένουν προσβάσιμα. Πράγμα που ενίοτε έχει συνέπειες. 

Πρόσφατα έγινε ντόρος για παλιά tweets της κυβερνητικής εκπροσώπου. Λίγο παλαιότερα είχαν συζητηθεί παλιά tweets δημοσιογράφου, τα οποία εκείνος είχε γράψει ως έφηβος. Μια 27χρονη δημοσιογράφος από τις ΗΠΑ αναγκάστηκε να παραιτηθεί με το που ανέλαβε τη θέση διευθύντριας στο αμερικανικό περιοδικό Teen Vogue, επειδή, το μαντέψατε, είχε γράψει κάποια ρατσιστικής χροιάς tweets δέκα χρόνια νωρίτερα, στα 17 της. 

Καθώς ο χρόνος περνάει, κάθε άνθρωπος που είναι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ενεργός στον δημόσιο λόγο αφήνει πίσω μια ολόκληρη βιβλιογραφία. Πώς πρέπει να την αντιμετωπίζουμε και να την κρίνουμε οι υπόλοιποι; Με το πρίσμα τού σήμερα ή με το πρίσμα τού τότε; Πότε παραγράφονται οι ευθύνες μας για τα παλιά γραπτά; Πώς πρέπει να διαχειριζόμαστε αυτό το θέμα εμείς, που τα γράφουμε; Πώς θα πρέπει να μάθουμε να κρίνουμε τα γραπτά των άλλων –και τους ίδιους τους άλλους– διαχρονικά; Είναι η πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία που ένα τέτοιο θέμα το αντιμετωπίζουν τόσο πολλοί άνθρωποι ταυτόχρονα. 

Υπάρχουν μερικά κόλπα που έχω διαπιστώσει ότι λειτουργούν. Για παράδειγμα, «ο κανόνας της Προέδρου», που προτείνω ένθερμα σε οποιονδήποτε. Λειτουργεί ως εξής. Πριν γράψετε την κάθε εξυπνάδα που σας έρχεται στο Ιντερνετ, σκεφτείτε: αν αύριο σας καλέσουν να γίνετε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, αυτό που πάτε να γράψετε θα το αφήσετε να υπάρχει ή θα το σβήσετε; Είναι ένα εργαλείο που λειτουργεί θαυμάσια, απλά είναι λίγο δύσκολο στην πρακτική εφαρμογή, γιατί συχνά, αντιλαμβάνομαι, η ανάγκη εξαπόλυσης της εξυπνάδας είναι ακαταμάχητη. Και επίσης δεν μπορεί να λειτουργήσει εύκολα αναδρομικά, εκτός κι αν κάποιος μπει στη διαδικασία να κάτσει να σβήνει. 

Οπως και να ’χει, είμαι σίγουρος ότι αργά ή γρήγορα οι κοινωνίες μας θα προσαρμοστούν σε αυτή την πραγματικότητα και με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα μάθουμε να είμαστε πιο επιεικείς με τις παλαιότερες εκδοχές των εαυτών μας. 

Εγώ δεν έχω σβήσει το κείμενο για τις «κολασμένες διακοπές», το οποίο είναι ακόμα αναρτημένο στο προσωπικό μου site. Εχω, όμως, προσθέσει μια μικρή παράγραφο στην αρχή, η οποία προειδοποιεί: «Από το 2017 έχω αποκηρύξει αυτό το κείμενο». 

Δυστυχώς ξέρω ότι είναι αδύνατο να βρω, να διαβάσω και να επαναξιολογήσω με τον ίδιο τρόπο όλα τα χιλιάδες άλλα πράγματα που έχω γράψει εδώ και είκοσι χρόνια και για πολλά από το οποία ξέρω ότι οφείλω να ντρέπομαι. Αναπόφευκτα θα συνεχίσουν να κυκλοφορούν στον κόσμο, ερήμην μου. Ξέρω, επίσης, ότι καθώς ο καιρός περνάει και γράφω όλο και περισσότερα, τα πράγματα για τα οποία θα ντρέπομαι στο μέλλον, καθώς αλλάζω περαιτέρω, θα αυξάνονται. 

Να, για παράδειγμα, αυτό το κείμενο. Σε δέκα χρόνια, αν το ξαναπετύχω εμπρός μου, μπορεί και να το αποκηρύξω.