ΑΠΟΨΕΙΣ

To σύγχρονο πολιτιστικό μας αποτύπωμα

Η ιστορία ενός έθνους, το αφήγημα δηλαδή του παρελθόντος του, αποτελεί το θεμέλιο της ταυτότητάς του. Πάνω σ’ αυτό το θεμέλιο συγκροτείται ο πολιτισμός του, όχι μόνο με τη βαριά έννοια της κληρονομιάς του παρελθόντος, αλλά και μ’ αυτή του σύγχρονου πολιτιστικού αποτυπώματος. Το αποτύπωμα αυτό δεν νοηματοδοτεί μόνο την ταυτότητα του έθνους, αλλά παράλληλα λειτουργεί και ως πολιτιστικό προϊόν με δυνητικά διεθνή εμβέλεια. Είναι π.χ. αδύνατο να φανταστούμε την αναγεννησιακή Φλωρεντία δίχως τα γλυπτά του Μιχαήλ Αγγέλου, τη Γαλλία του 19ου αιώνα δίχως τα βιβλία του Αλέξανδρου Δουμά και του Ιουλίου Βερν, και τις ΗΠΑ δίχως το Χόλιγουντ.

Διαθέτουμε ως χώρα ένα δικό μας σύγχρονο πολιτιστικό αποτύπωμα – και αν ναι, ποιο είναι αυτό; Αναμφίβολα, η ποίηση κατέχει μια μοναδική θέση στον ελληνικό 20ό αιώνα, πράγμα που επισφραγίζεται από δύο βραβεία Νομπέλ. Ομως έχει περάσει κάμποσος χρόνος από τις βραβεύσεις αυτές και χωρίς να παραγνωρίζουμε τη σημαντική συμβολή άλλων πεδίων, θα λέγαμε πως σήμερα η μουσική είναι εκείνη που κυριαρχεί στην καρδιά του πολιτιστικού μας αποτυπώματος, για τρεις τουλάχιστον λόγους.

Ο πρώτος είναι η πρωτοτυπία και ιδιαιτερότητα του λαϊκού τραγουδιού που εμφανίζεται μέσα από την παράδοση της ανατολικής μουσικής – ιδιαιτέρως τα «μακάμια», τις ιδιαίτερες αυτές κλίμακες της τουρκικής και περσικής μουσικής και την προσαρμογή τους τόσο στις επιταγές της δυτικής μουσικής παράδοσης και του συγκερασμένου συστήματος με τις 12 νότες, όσο και στις ανάγκες ενός πρωτότυπου μουσικού οργάνου, του μπουζουκιού, και του μικρότερού του αδελφού, του μπαγλαμά. Προέκυψε έτσι μια καινούργια μουσική, που συνδυάζει την παράδοση της Ανατολής και της Δύσης.

Ο δεύτερος λόγος είναι πως η μουσική αυτή διαχύθηκε σ’ ολόκληρη την κοινωνία, δημιουργώντας μια κοινή γλώσσα για όλους τους Ελληνες, ανεξάρτητα από την καταγωγή τους, την οικονομική τους θέση ή την πολιτική τους τοποθέτηση. Πόσοι είναι αυτοί που δεν έχουν μελαγχολήσει, χαρεί, αναπολήσει ή ονειρευτεί κάποια στιγμή στη ζωή τους με κάποιο τραγούδι του Βαμβακάρη, του Τσιτσάνη, του Ζαμπέτα ή του Μητσάκη; Η μουσική αυτή δεν είναι μουσειακό είδος. Είναι ζωντανή και τη συναντά κανείς παντού: στις ταβέρνες, στους συναυλιακούς χώρους, στο ραδιόφωνο σπιτιών και αυτοκινήτων, στον κινηματογράφο και την τηλεόραση, και κυρίως στις κοινές μας μνήμες.

Τέλος, πάνω στη λαϊκή μουσική παράδοση βασίστηκαν πολλά μουσικά ρεύματα (από το λεγόμενο «έντεχνο» τραγούδι ώς την ηλεκτρονική μουσική) που γνώρισαν τεράστια απήχηση και συνεχίζουν να αγαπιούνται, παρά την κατάρρευση της δισκογραφικής βιομηχανίας που προκάλεσε η τεχνολογική επανάσταση, όπως άλλωστε δείχνει η μεγάλη απήχηση των μουσικών τηλεοπτικών εκπομπών με πιο πρόσφατη την περίπτωση του «Μουσικού κουτιού» της ΕΡΤ1.

Τη δύναμη της ελληνικής μουσικής επιβεβαιώνει και η εμπειρία ξένων φίλων και συνεργατών μας όταν πρωτοέρχονται σε επαφή με τον μουσικό αυτό κόσμο. Συνήθως, έπειτα από συναντήσεις εργασίας, σε κάποιο χώρο με ζωντανή μουσική, δημιουργούνται αναμνήσεις που τους συνοδεύουν –και τις μνημονεύουν– για χρόνια.

Η μουσική είναι λοιπόν το στοιχείο εκείνο του πολιτισμού μας που φαίνεται να διαθέτει την πιο έντονη δυναμική. Και ως τέτοια, διαθέτει διεθνή εμβέλεια με οικονομικές προεκτάσεις. Δεν είναι τυχαίο πως η πρόσφατη έκθεση της Επιτροπής Πισσαρίδη για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας αναγνωρίζει τον πολιτισμό ως έναν από τους τομείς που θα μπορούσαν να συνδεθούν με την οικονομία και να αποδώσουν σημαντικά οφέλη.

Η ενίσχυση λοιπόν και καλλιέργεια της μουσικής μας, πέρα από αναγκαιότητα μετά το τεράστιο πλήγμα που δέχθηκε από την πανδημία του κορωνοϊού, είναι και πράξη με οικονομική σημασία για το μέλλον. Η αναγνώριση της σημασίας της, ιδιαιτέρως στο πλαίσιο ενός έτους εθνικού αναστοχασμού όπως το φετινό, είναι περισσότερο αναγκαία από ποτέ.
 
* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης, κάτοχος της έδρας Gladstone στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.
 
** Ο κ. Αλέξανδρος Ελευθεριάδης είναι εταίρος στο κεφάλαιο επενδύσεων τεχνολογίας Big Pi και μουσικός.