ΑΠΟΨΕΙΣ

Για τον Τερζάκη

Διαβάζω το χορταστικό βιβλίο του Νίκου Μπακουνάκη «Οταν έπεσα στο μελανοδοχείο» (εκδ. Πόλις). Αυτοβιογραφικό και δοκιμιακό χρονικό πάνω στην (πολιτιστική) δημοσιογραφία (ή, πιο σωστά, αυτό που στον αγγλόφωνο χώρο είναι γνωστό ως literary journalism).

Η αφήγηση αναφέρεται τόσο στον μεταπολιτευτικό δημοσιογραφικό βίο όσο και στα πριν από αυτόν, καθώς επίσης σε αντίστοιχα σκηνικά από τη Γαλλία, τη Βρετανία και την Αμερική. Ο συγγραφέας χαρτογραφεί με έναν νεανικό ακόμα ενθουσιασμό ένα τοπίο που έχει περάσει σειρά μεταμορφώσεων αλλά και μεταλλάξεων (παράλειψη, ωστόσο, το ότι το βιβλίο δεν περιλαμβάνει ευρετήριο ονομάτων και τίτλων εντύπων).
Από την πλειάδα των σημαντικών ονομάτων που μνημονεύονται, ξεχωρίζω επί του παρόντος τον Αγγελο Τερζάκη. Οπως ορθώς γράφει ο Ν. Μπακουνάκης, «από όλους τους συγγραφείς και τους διανοούμενους της γενιάς του ’30, ο Αγγελος Τερζάκης είναι, ίσως, σήμερα αυτός που διαβάζεται λιγότερο. Και όμως, ήταν ένας πολύπλευρος διανοούμενος, ένας άνθρωπος με πολλές δημιουργικές ικανότητες, που η νεότερη γενιά πρέπει να τον επανανακαλύψει».

Πόσο δίκιο έχει ο Νίκος Μπακουνάκης! Οχι όμως τόσο για τα μυθιστορήματά του, ας μου επιτραπεί εδώ να πω, όσο για τα εκπληκτικά του δοκίμια. Χάρηκα πολύ όταν διάβασα στο «Μελανοδοχείο» ότι του Τερζάκη του άρεσε να τον αποκαλούν δοκιμιογράφο. Τα άρθρα του στο «Βήμα», οι κριτικές του εκεί, αλλά και η δουλειά που έκανε στις ιστορικές «Εποχές», δικαιώνουν αυτή του την επιθυμία και φιλοδοξία. 

Σήμερα τα δοκιμιακά κείμενα του Τερζάκη κυκλοφορούν από τις αξιομνημόνευτες «Εκδόσεις των Φίλων», τους τόμους των οποίων αγόραζα στις αρχές της δεκαετίας του ’00, από το μικρό βιβλιοπωλείο των εκδόσεων, που βρισκόταν εντός της στοάς στην Πανεπιστημίου.

Το εξαιρετικό με τα κείμενα αυτά δεν είναι μόνο τα ελληνικά τους, αλλά το γεγονός ότι ενώ επρόκειτο για «κομμάτια» που δημοσιεύονταν σε εφημερίδα, δεν έχουν τίποτα το εφήμερο, τίποτα το επικαιρικό. Ο καλός Θεός φώτισε κάποιους και «ανέστησαν» αυτά τα κείμενα σε τόμους. (Το εμβληματικό έργο του πάνω στην αρχαία τραγωδία, το «Αφιέρωμα στην Τραγική Μούσα» επανακυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις της Εστίας.)

Πριν από χρόνια, με αφορμή ένα μεγάλο αφιέρωμα στις «Επτά Ημέρες» της «Κ», είχα έρθει σε επαφή με τον γιο του, τον σημαντικό συνθέτη Δημήτρη Τερζάκη, ο οποίος ζει στη Γερμανία. Είχε την καλοσύνη να μου δείξει το σπίτι του πατέρα του, επί της οδού Στρατιωτικού Συνδέσμου. Το γραφείο του είχε αυτή την αίγλη αλλά και ένα βάρος – το βάρος εκείνων των χρόνων που μοιάζουν κλασικοί σήμερα σε εμάς.

Ο Τερζάκης αγαπούσε πολύ τη μουσική, ειδικά τον Βάγκνερ. «Ξέρετε», μου είχε πει ο γιος του γελώντας, «όταν το 1956 ο Ντίζι Γκιλέσπι έδωσε μια μεγάλη συναυλία στο Ρεξ, ο πατέρας μου έφυγε στα μισά βρίζοντας». 

Ο βαγκνερικός αδυνατούσε να κατανοήσει την άγρια ομορφιά της μπίμποπ τζαζ; Εντός των δικών του ορίων έμοιαζε, πάντως, απεριόριστος.