ΑΠΟΨΕΙΣ

Άρμιν Λάσετ: Τύχες

Άρμιν Λάσετ: Τύχες-1Τύχη ανάποδη. Να ξεκινάς προεκλογική εκστρατεία σαν επίδοξο φαβορί και η πρώτη πρώτη δημοσκόπηση να σε δείχνει –ρίχνει– δεύτερο. Αυτό συνέβη μετά την αμφιλεγόμενη ανάδειξη του Αρμιν Λάσετ ως υποψηφίου καγκελαρίου των Χριστιανοδημοκρατών. Προτού προλάβει να ψαύσει τα σημάδια από την εσωκομματική αναμέτρησή του με τον Βαυαρό Μάρκους Ζέντερ, ο διάδοχος της Μέρκελ είδε τους Πράσινους να προσπερνούν το κόμμα του στην πρώτη σφυγμομέτρηση.

Η τύχη, βέβαια, ήταν από την αρχή στραβή. Οποιος κι αν ήταν στη θέση του Λάσετ, θα είχε τη δύσκολη αποστολή να κρατήσει πρώτο ένα κόμμα που κυβερνά 16 χρόνια. Η αποστολή δυσκολεύει ακόμη περισσότερο, εάν αναλογιστεί κανείς ότι το πρόσωπο που κυβερνούσε είχε δημιουργήσει ένα πολιτικό brand που είχε εκλογική απήχηση σχεδόν ανεξάρτητη από το κόμμα. Η πλειοψηφία των Γερμανών εκδήλωνε στην κάλπη την εμπιστοσύνη της μάλλον για την ίδια τη Μέρκελ, παρά για το CDU, που κατέληξε και προγραμματικά να ενσωματώσει την κεντρώα φυσιογνωμία που η καγκελάριος διαμόρφωσε στο «πεδίο» – κυβερνώντας μέσα σε αλλεπάλληλες κρίσεις.

Αυτό το σκεπτικό μπορεί να διαγνώσει κανείς και στην επιλογή του Λάσετ από την ελίτ του κόμματος. Ο πρωθυπουργός της Βόρειας Ρηνανίας – Βεστφαλίας υπολείπεται σε δημοτικότητα του εσωκομματικού του αντιπάλου από τη Βαυαρία. Ενσαρκώνει όμως τη συνέχεια, παρέχοντας θεωρητικά εχέγγυα μετριοπάθειας στην εκλογική βάση που συγκροτήθηκε χάρη στη μερκελική διακυβέρνηση. Αν η διατήρηση του μη κομματικού ακροατηρίου είναι το εκλογικό ατού, το σύστοιχο μετεκλογικό πλεονέκτημα του Λάσετ θα είναι, λένε, ένα προφίλ φιλικό στις κυβερνητικές συνεργασίες.

Το σκεπτικό μοιάζει σόλοικο: Ο Ζέντερ απορρίφθηκε επειδή παραήταν συντηρητικός. Το κόμμα όμως κινήθηκε ακριβώς με το κριτήριο της συντήρησης δυνάμεων, και όχι της ρήξης με το παρελθόν, επαναλαμβάνοντας μια στρατηγική που έχει ήδη διαψευστεί με τη βραχύβια αρχηγία της Ανεγκρετ Κραμπ-Καρενμπάουερ. Εκείνη είχε επίσης επιλεγεί ως συνέχεια της Μέρκελ, χωρίς τελικά να καταφέρει καν να δοκιμαστεί σε εκλογές. Αυτή η αποτυχία ίσως ήταν ένα πρώιμο σημάδι ότι οι εκλογικές συντεταγμένες της «εποχής Μέρκελ» τελειώνουν με την αποστράτευση του πρωτοτύπου.

Ολα αυτά έχουν σημασία πρωτίστως για την εσωτερική πολιτική της Γερμανίας. Για την Ευρώπη, το αποτέλεσμα θα είναι καλό, όποιος και αν επικρατήσει. Ο ανταγωνισμός των εκλογών του φθινοπώρου θα διεξαχθεί μεταξύ φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων, που, διαφέρουν μόνο στην ένταση του ευρωπαϊσμού τους. Σήμερα αυτό λογίζεται αυτονόητο. Κανείς δεν θυμάται πια πόσο κινδύνευαν τα αυτονόητα μέχρι πρόσφατα από την προέλαση του λαϊκισμού.

Ακούγεται οξύμωρο, αλλά ακόμη και μετά τη Μέρκελ, η Γερμανία θα παραμείνει στα στοιχειώδη μερκελική. Μπορεί διστακτική· μπορεί ασυμφιλίωτη με τον ίσκιο της· αλλά δεμένη με την ευρωπαϊκή μοίρα.