ΑΠΟΨΕΙΣ

Το έτος 2050 και ο στόχος μηδέν

Τις προάλλες ο Πρόεδρος των ΗΠΑ ανακοίνωσε το νέο μεγάλο στόχο για τη χώρα του: τη μείωση των εκλύσεων αερίων του θερμοκηπίου στο μισό (σε σχέση με τις εκλύσεις του 2005), μέχρι το 2030. Λίγες ημέρες νωρίτερα και η Ευρωπαϊκή Ένωση έκανε κίνηση, αυξάνοντας το δικό της στόχο για τη μείωση των εκλύσεων μέχρι το 2030 σε 55% (αλλά σε σχέση με τις εκλύσεις του 1990). Και η Ε.Ε. και το Ηνωμένο Βασίλειο αλλά και άλλες χώρες (Ιαπωνία, Νότια Κορέα κλπ) έχουν δεσμευτεί μέχρι το 2050 να έχουν γίνει “κλιματικά ουδέτερες”, δηλαδή να μην προσθέτουν καθόλου αέρια που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα.

Πέρα από την ουσία του πράγματος, για την οποία μπορείτε να διαβάσετε λίγα εδώ και πολλά αλλού, υπάρχουν δύο θέματα που αξίζει να σκεφτόμαστε όταν ακούμε ή διαβάζουμε γι’ αυτές τις εξαγγελίες. Πρώτον, το ότι οι περισσότεροι από εμάς δεν έχουμε αντιληφθεί ακριβώς τι σημαίνουν και τι συνέπειες θα έχουν τέτοιες ριζικές αλλαγές προτεραιοτήτων για την πολιτική, την οικονομία και τις ζωές μας. Αν είχαμε, κανένας δεν θα ασχολιόταν με τους υδρογονάνθρακες του Αιγαίου, ας πούμε. Δεύτερον, ότι οι φιλόδοξοι στόχοι για το 2030 ενδέχεται να μην είναι οι σωστοί.

Αλλά ας τα πάρουμε λίγο από την αρχή.

Κάθε χρόνο ο πλανήτης μας εκλύει περίπου 50 δισεκατομμύρια τόνους “ισοδύναμου CO2” στην ατμόσφαιρα. Από αυτούς, σχεδόν 100 εκατομμύρια προέρχονται από τη χώρα μας. Το “ισοδύναμο CO2”, παρεμπιπτόντως, είναι μια κατασκευασμένη μονάδα μέτρησης για να αντιπροσωπεύει όλα τα διαφορετικά αέρια που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου, τα οποία όμως έχουν διαφορετική επίδραση το καθένα και μένουν και για διαφορετικό χρόνο στην ατμόσφαιρα (το μεθάνιο μένει για 5-10 χρόνια, ας πούμε, ενώ το διοξείδιο του άνθρακα για αιώνες). Οπότε για λόγους απλότητας χρησιμοποιούμε αυτό το νούμερο, που αντιστοιχεί στην ποσότητα CO2 που θα είχε την ίδια επίπτωση με το μίγμα αερίων που στέλνουμε στα αλήθεια. Παρεμπιπτόντως, ναι, ένα από τα προβλήματα της κλιματικής κρίσης είναι ότι δεν υπάρχουν απλά, κατανοητά νούμερα και απλοϊκά, ξεκάθαρα μηνύματα τα οποία να μπορεί να καταλάβει οποιοσδήποτε για να αντιληφθεί το μέγεθος του προβλήματος.

Τέλος πάντων, όπως ξέρουν όλοι πια, όλα αυτά τα αέρια που συσσωρεύονται εκεί πάνω προκαλούν μια σταδιακή αύξηση στη μέση θερμοκρασία στην επιφάνεια της Γης. Αυτό έχει δραματικές συνέπειες στα οικοσυστήματα, στις πυρκαγιές, τις βροχοπτώσεις, τη συχνότητα των ακραίων καιρικών φαινομένων, τη συχνότητα και την ένταση των καυσώνων και το λιώσιμο των πάγων. Δεν είναι τρομερά πράγματα αυτά -ο πλανήτης έχει ζήσει πολύ εντονότερα φαινόμενα στο παρελθόν-, αλλά έχουν δραματικές συνέπειες για το ανθρώπινο είδος, επειδή εμείς εδώ και λίγες χιλιάδες χρόνια έχουμε κατασκευάσει τον ανθρώπινο πολιτισμό με κάποιες βασικές προδιαγραφές, όπως για παράδειγμα ότι η θάλασσα είναι εκεί και όχι πενήντα μέτρα παραπέρα, ότι στα χωράφια βρέχει περίπου τόσες φορές το χρόνο και ότι ένα καλοκαιρινό μεσημέρι στις τάδε περιοχές του πλανήτη μπορείς να βγεις από το σπίτι χωρίς να πεθάνεις από θερμοπληξία. Αυτές οι προδιαγραφές και οι συνθήκες που ξέραμε πάνε περίπατο σιγά σιγά, με τραγικά αποτελέσματα στις ανθρώπινες κοινωνίες και οικονομίες, τα οποία γίνονται οφθαλμοφανή από τώρα.

Για την αντιμετώπιση αυτού του φαινομένου, όπως προφανώς γνωρίζετε, οι περισσότερες χώρες του κόσμου έχουν βάλει στόχους και έχουν σχεδιάσει στρατηγικές. Η δικιά μας χώρα, όπως είπαμε, εκλύει περίπου 96 εκατομμύρια τόνους ισοδύναμου CO2 στην ατμόσφαιρα κάθε χρόνο (ή, τουλάχιστο, τόσο έστειλε το 2018). Μέχρι το 2050 πρέπει να τους πάει στο μηδέν, δηλαδή είτε να μην εκλύει καθόλου αέρια του θερμοκηπίου, είτε να δεσμεύει από την ατμόσφαιρα ισοδύναμη ποσότητα με αυτή που εκλύει. Αν όλες οι χώρες του κόσμου καταφέρουν να φτάσουμε στο μηδέν μέχρι το 2050, δεν θα μειωθεί η μέση θερμοκρασία του πλανήτη. Θα συνεχίσει να είναι περίπου 2 βαθμούς Κελσίου υψηλότερη από ό,τι ήταν πριν από τη βιομηχανική επανάσταση. Θα έχουμε περισσότερους καύσωνες από τώρα, περισσότερα ακραία φαινόμενα, περισσότερη ξηρασία. Αλλά τουλάχιστον θα σταματήσει να αυξάνεται και μάλλον θα αποφύγουμε τις απόλυτα καταστροφικές συνέπειες που θα είχε μια ενδεχόμενη αύξηση της μέσης θερμοκρασίας κατά 3, 4 ή 5 βαθμούς. 

Το 2050, βεβαίως, είναι 29 χρόνια μακριά. Στο δρόμο προς τα εκεί, οι πλούσιες χώρες του πλανήτη βάζουν πιο κοντινούς και ρεαλιστικούς στόχους. Όπως είπαμε, ο στόχος της Ε.Ε. για το 2030 είναι πλέον να μειώσει τις εκλύσεις κατά 55% σε σχέση με του 1990. Το 1990 η Ελλάδα έστελνε 106 εκ. τόνους ισοδύναμου CO2 -δηλαδή περισσότερους από τώρα. Σε εννέα χρόνια θα πρέπει να πάει από τους 96 που εκλύει τώρα, στους 50. Αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο. Ξέρετε πόσο δύσκολο;

Την ερχόμενη Κυριακή η διαΝΕΟσις δημοσιεύει μια αναλυτική χαρτογράφηση του τομέα της ενέργειας στην Ελλάδα, η οποία δείχνει γλαφυρά τη δυσκολία. Ο τομέας της ενέργειας στην Ελλάδα, βλέπετε, εκλύει το 40% των συνολικών εκλύσεων αερίων του θερμοκηπίου στη χώρα μας. Ακόμα κι αν με κάποιο μαγικό τρόπο τις μηδενίζαμε μέχρι το 2030, ακόμα κι αν σταματούσαμε να καίμε και το φυσικό αέριο, στο οποίο θα βασιστούμε για να αντικαταστήσουμε το λιγνίτη (και το οποίο εκλύει μεν λιγότερα αέρια, αλλά δεν εκλύει μηδέν), πάλι δεν θα πιάναμε το στόχο του 55%. Θα πρέπει και να ληφθούν ριζικά μέτρα και στους άλλους τομείς που εκλύουν αέρια, από την κτηνοτροφία και τις διαρροές σε αγωγούς μέχρι συγκεκριμένες βιομηχανικές πρακτικές. Πολλοί δεν έχουν καταλάβει για τι πράγμα μιλάμε. Για παράδειγμα, πολλοί πιστεύουν ότι η συζήτηση για πιθανά κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου στο Αιγαίο ή στη νοτιοανατολική Ευρώπη είναι μια συζήτηση που έχει ακόμα νόημα. Αλλά ποιος θα πάει να επενδύσει κεφάλαια και δεκαπέντε χρόνια δουλειάς και προσπάθειας για να τα βρει αυτά τα κοιτάσματα και να χτίσει υποδομές για την εξόρυξή τους, η οποία μπορεί να αρχίσει κάποια στιγμή τη δεκαετία του ’30 την ώρα που μέχρι το 2050 πρέπει (και σχεδόν σίγουρα θα επιβληθεί) να σταματήσει εντελώς -ή σχεδόν εντελώς- η χρήση τους; Ποιος θα επενδύσει σε κάτι τέτοιο και πότε ακριβώς θα υπολογίσει να κάνει απόσβεση της επένδυσης αυτής; Αυτή η συζήτηση μοιάζει βγαλμένη από τη δεκαετία του 1970, εντελώς αποκολλημένη από την πραγματικότητα, τα δεδομένα και τις συνθήκες τις εποχής μας. Και αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Την ίδια ώρα που θέτουν φιλόδοξους στόχους με ποσοστά και νούμερα, οι κυβερνήσεις του πλανήτη ακόμα δίνουν $400 δισεκατομμύρια το χρόνο για επιδοτήσεις φτηνού πετρελαίου και βενζίνης. Όσες από αυτές δοκιμάζουν να μειώσουν αυτές τις επιδοτήσεις βλέπουν εκρήξεις λαϊκής οργής στους δρόμους (όπως έγινε πρόσφατα στη Γαλλία και τη Χιλή). Πολύς κόσμος (πολίτες, επιχειρήσεις και κυβερνήσεις) μοιάζει να μην έχει πάρει απόφαση -ή χαμπάρι- ότι η πλειοψηφία των αχανών κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου του πλανήτη που έχουν βρεθεί θα μείνουν ανεκμετάλλευτα στο υπέδαφος. Είναι κάτι που αξίζει να σκεφτόμαστε και να συζητάμε περισσότερο.

Το δεύτερο που αξίζει να συζητάμε, είναι ότι αυτοί οι στόχοι που ανακοινώνονται τελευταία ενδέχεται να μην είναι οι πιο σωστοί. Στο τελευταίο του βιβλίο “How to avoid a climate disaster” ο Μπιλ Γκέιτς γράφει ότι “αν επιβάλλουμε τις λάθος μειώσεις εκλύσεων μέχρι το 2030, ενδέχεται να μην καταφέρουμε ποτέ να φτάσουμε στο μηδέν”. Το επιχείρημά του είναι ότι τέτοιοι βραχυπρόθεσμοι αποσπασματικοί στόχοι ενδέχεται να οδηγήσουν τις κυβερνήσεις σε επενδύσεις σε μεσοβέζικες, αποσπασματικές λύσεις, αντί για τις ριζικές, ρηξικέλευθες που χρειάζονται για να φτάσουμε στο “0” το 2050. “Αν ο στόχος είναι η ‘μείωση μέχρι το 2030’”, γράφει, “τότε μπορεί να είναι δελεαστικό το να αντικαταστήσουμε τις λιγνιτικές μονάδες με άλλες που καίνε φυσικό αέριο. Θα μειώναμε τις εκλύσεις έτσι. Αλλά τυχόν νέα εργοστάσια που καίνε φυσικό αέριο χρειάζονται δεκαετίες να αποσβέσουν το κόστος τους, άρα θα είναι ακόμα σε λειτουργία το 2050, εκλύοντας αέρια του θερμοκηπίου”.

Για να φτάσει η Ελλάδα -και ο κόσμος- στο “0” μέσα σε τρεις δεκαετίες, και έτσι να έχουμε μια ελπίδα τα παιδιά μας να ζήσουν σε έναν κόσμο που θα αντέχεται, δεν θα αρκεί να επενδύσουμε σε ΑΠΕ και να βάλουμε νέα κουφώματα στο σπίτι. Και προφανώς δεν θα είναι λύση το να κινούμαστε μόνο με ποδήλατο, να τρώμε μόνο πόες και να ζούμε στο σκοτάδι. Ο σκοπός μας είναι να γίνουμε πολιτισμός τύπου I στην κλίμακα Καρντάσεφ, όχι να επιστρέψουμε στην εποχή του χαλκού.

Το να το καταφέρουμε χωρίς να αυτοκτονήσουμε θα χρειαστεί, μεν, να κάνουμε ό,τι μπορούμε να κάνουμε από τώρα (ΑΠΕ, κουφώματα κλπ) αλλά θα χρειαστεί και ιλιγγιώδεις επενδύσεις και μεγάλες τομές. Σε κάποια πράγματα αυτές έχουν ήδη γίνει, ή γίνονται (οι ΑΠΕ είναι ήδη πολύ ώριμη και φτηνή τεχνολογία). Αλλά σε άλλες περιπτώσεις, από την κατασκευή “πράσινου” τσιμέντου και χάλυβα μέχρι νέες καινοτόμες τεχνολογίες για αποδοτικές μπαταρίες, φτηνό και “πράσινο” υδρογόνο, δέσμευση και αποθήκευση άνθρακα και αποδοτικής πυρηνικής σύντηξης, χρειάζεται ακόμη πολλή δουλειά, απεριόριστη πολιτική βούληση και τεράστια κεφάλαια.

Είναι, όμως, μονόδρομος.

Σύμφωνα με μελέτη της ελβετικής ασφαλιστικής εταιρείας SwissRe που δημοσιεύτηκε τις προάλλες, εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής το 2050 η παγκόσμια οικονομία θα είναι 23 τρισεκατομμύρια δολάρια μικρότερη από ό,τι θα ήταν αν δεν υπήρχε κλιματική αλλαγή. Αυτό είναι το κόστος της κρίσης. Αυτά είναι λεφτά που χάνουμε όλοι μας. Αυτό σημαίνει ότι και 22 τρισεκατομμύρια να επενδύσει η ανθρωπότητα ως τότε, κέρδος θα βγάλει.