ΑΠΟΨΕΙΣ

Κυριακή των Βαΐων, τον Απρίλη του 1826

kyriaki-ton-va-on-ton-aprili-toy-1826-561343240

Κυριακή των Βαΐων, άλλοτε και αλλού. Στο Μεσολόγγι του 1826 και στην Εξοδό του, χωρίς την οποία, και παρότι οι αναδρομικές εικασίες είναι εκ προοιμίου άκυρες, ίσως δεν θα υπήρχε Ναυαρίνο και ναυμαχία. Είναι τόσο συγκλονιστική η Εξοδος, όσα προηγήθηκαν και όσα της έδωσαν την υπόστασή της, ώστε συχνά να αποδίδουμε διαστάσεις θρύλου σε ένα γεγονός αυθεντικά ιστορικό. Να λησμονούμε πως όσοι άντεξαν τη δυναστεία της πείνας, καταφεύγοντας σε κάθε λογής αφύσικο τρόπο για να την καταπραΰνουν, και όσοι εξόρμησαν προς την ελευθερία ή τον θάνατο ήταν άνθρωποι πλασμένοι από αίμα και σάρκα, όση τους είχε απομείνει, και όχι από τον αιθέρα των μύθων. Πεινούσαν, ναι, πεινούσαν φριχτά. Αλλά, το απέδειξαν, η πείνα τους για την ελευθερία ήταν μεγαλύτερη, έστω κι αν η διεκδίκησή της προϋπέθετε την απόλυτη θυσία. 

Η σχολαστική προετοιμασία της Εξόδου μαρτυρεί ότι δεν ήταν πράξη απελπισίας, ένα τυφλό γιουρούσι, αλλά πράξη εμπιστοσύνης στον συμπολεμιστή και πίστης σε ένα τέλος διαφορετικό από τον θάνατο. Για να ζήσουν έπραξαν ό,τι ασύλληπτο έπραξαν οι Εξοδίτες. Οχι για να πεθάνουν. Ο θάνατος, αν ερχόταν, θα ήταν λύτρωση, αλλά λύτρωση για τους δικούς σου ανθρώπους, που θα κατόρθωναν να σωθούν χάρη στον θάνατό σου. Και ήταν δικοί σου όχι επειδή στις φλέβες σας έτρεχε το αίμα της ίδιας μάνας ή του ίδιου παππού, αλλά επειδή είχατε ματώσει από κοινού στην ντάπια του Μάρκου Μπότσαρη, του Κοραή, του Ρήγα, του Σκεντέρμπεη, του Γουλιέλμου Τέλλου, του Βενιαμίν Φραγκλίνου, του Μπάιρον. Ιστορία μέσα στην ιστορία η ονομασία των προμαχώνων.

Πριν από την Eξοδο, λοιπόν, η πείνα. Ιστορημένη από τον Διονύσιο Σολωμό, στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους»: «Ακρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει· / λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει. / Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει· / στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει: / “Ερμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ’ έχω ’γώ στο χέρι; / οπού συ μου ’γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει”». Ξέρουμε ότι ο Σολωμός διάβαζε τα «Ελληνικά Χρονικά» που εξέδιδε στο Μεσολόγγι έως τις 24.2.1826, όταν τέλειωσε το χαρτί, ο Ελβετός φιλέλληνας Ιωάννης-Ιάκωβος Μάγερ, που σκοτώθηκε στην Εξοδο μαζί με τη Μεσολογγίτισσα σύζυγό του και τα δύο παιδιά τους. Θα ’χε δει λοιπόν ο ποιητής, όπως υπέδειξε σε δοκίμιό του ο Γιάννης Παπακώστας, τις φράσεις «άκρα σιωπή» και «άκρα ησυχία» που είχαν τυπωθεί στην εφημερίδα. Την οποία, παρεμπιπτόντως, διάβαζε και ο πολιορκητής Κιουταχής, εξισλαμισμένος γιος Ελληνα ιερέα άλλωστε. Οταν το πληροφορήθηκαν αυτό οι πολιορκημένοι, τον παρότρυναν, με ειρωνικό σχόλιό τους στα «Χρονικά», να πληρώσει τρίμηνη συνδρομή κι αυτοί θα του άφηναν την εφημερίδα σε κάποιον προμαχώνα του «φράχτη».

Νωρίτερα από το χαρτί είχαν αρχίσει να σπανίζουν τα αναγκαία της επιβίωσης. Εξιστορεί ο Μακεδόνας αγωνιστής Νικόλαος Κασομούλης στα «Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833»: «Από τα μέσα Φεβρουαρίου 1826 άρχισαν πολλαίς φαμελλιαίς να υστερούνται το ψωμί. Μια Μεσολογγίτισα, Βαρβάρηνα ωνομάζετο, ήτις περίθαλπεν ασθενήν και τον αυτάδελφόν μου Μήτρον, ετελείωσε την θροφήν της, και μυστικά, μαζί με άλλας δύο φαμελλιαίς Μεσολογγίτικες, έσφαξαν εν γαϊδουράκι, πωλάρι, και το έφαγαν. Ταις ηύρα οπού έτρωγαν· ερώτησα πού ηύραν το κρέας, και τρόμαξεν η ψυχή μου όταν άκουσα ότι ήτον γαϊδούρι. Μια συνδροφιά στρατιωτών Κραβαριτών είχεν έναν σκύλον και, κρυφά και αυτοί, τον έσφαξαν και τον μαγείρευσαν. […] Ημέραν παρ’ ημέραν αυξάνουσα η πείνα, έπεσεν και η πρόληψις και όλα τού να τρώγουν ακάθαρτα, και άρχισαν αναφανδόν πλέον να σφάζουν άλογα, μουλάρια και γαϊδούρια, και ακόμη να τα πωλούν μία λίρα την οκά οι ιδιοκτήται των – και πού να προφθάσουν. Τρεις ημέραις απέρασαν, και ετελείωσαν και αυτά τα ζώα. […] Ο συνεργάτης του Κου Γ. Μεσθενέα, τυπογράφου, καθήμενος εις την οικίαν μας, έσφαξεν και έφαγεν μίαν γάταν, και έβαλεν τον ψυχογυιόν τού Στορνάρη και εσκότωσεν άλλην μίαν. Τούτος υπέμνησεν εις τους άλλους να πράξουν το ίδιον, και εις ολίγας ημέρας γάτα δεν έμεινεν. Ο Αγιομαυρίτης ιατρός Π. Στεφανίτσης εμαγείρευσεν τον σκύλον του με λάδι, από το οποίον είχαμεν αρκετόν, και επαινούσεν το φαγί του ότι ήτον το πλέον νοστιμώτερον. Οι στρατιώται πλέον αυθαδίασαν και άρπαζαν οποιονδήποτε σκύλον ή γάταν εύρισκαν εις τον δρόμον».

Ανατριχιάζουμε σήμερα, είναι βέβαιο, διαβάζοντας τις μαρτυρίες. Ας μην είμαστε όμως το ίδιο βέβαιοι ότι, αν βρισκόμασταν όμηροι μιας δεινής πολιορκίας, δεν θα φερόμασταν όπως στο Μεσολόγγι ή στην Ακρόπολη. Και κάποιοι, ελάχιστοι, θα σύρονταν έως τον κανιβαλισμό, όπως συνέβη στο Μεσολόγγι, στη Μονεμβασιά και στο Νεόκαστρο, καθώς και σε πολλές άλλες πολιορκίες σε διάφορα σημεία του πλανήτη και διάφορες εποχές.

Ο φόβος ότι η κατάλυση των ταμπού θα έφθειρε το φρόνημα πρέπει να επιτάχυνε την απόφαση της Εξόδου. Προηγήθηκαν όσα συνηθίζονταν στις πολιορκίες: διαπραγματεύσεις. Η μαρτυρία του Ηπειρώτη αγωνιστή Αρτέμιου Μίχου, στα «Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου (1825-1826)»: «Την ημέραν ταύτην της 4 Απριλίου ο πολιορκητής εζήτησε πάλιν συνέντευξιν μετά της φρουράς, και εξελθόντων και πάλιν των αυτών σωματαρχών […], εις την αυτήν θέσιν, οι απεσταλμένοι των Οθωμανών ωμίλησαν κατά τον εξής τρόπον: “Τι περιμένετε πλέον;

Ηλθαν και τα καράβια σας, αλλ’ ενικήθησαν από τα ιδικά μας, εις τρόπον ώστε δεν είναι πλέον εις κατάστασιν να ξαναπαρουσιασθούν εις ναυμαχίαν· λοιπόν οι Βεζύραι μάς έστειλαν διά να σας είπωμεν ότι είναι έτοιμοι να δεχθούν το προσκύνημά σας, φθάνει μόνον να παραδώσητε τα όπλα, εξαιρουμένων των καπεταναίων”. Εις τούτο οι σωματάρχαι απεκρίθησαν με όλην την χαρακτηρίζουσαν αυτούς τόλμην και σταθερότητα: “Η φρουρά του Μεσολογγίου απέδειξεν εναργέστατα εν ήδη έτος τίνι τρόπω παραδίδει τα όπλα εις τους εχθρούς της· επολέμησε και θέλει πολεμήσει και έως την υστερινήν ημέραν με όλην την γενναιότητα, και αν μέχρι τέλους δεν ιδή καμμίαν βοήθεια, τότε πάλιν θέλει ορμήσει καθ’ υμών και ή θέλει αποθάνει ενδόξως εντός των οχυρωμάτων σας και των στρατοπέδων σας, ή θέλει εξέλθει με το ξίφος εις τας χείρας, αφού πρώτον διασπείρει εις όλους υμάς τον όλεθρον”».

Οι πολιορκητές επανήλθαν, δηλώνοντας ότι «θ’ αφήσωσι τα όπλα εις όλην την φρουράν, φθάνει μόνον τρεις καπεταναίοι, οι σημαντικώτεροι, και δύο εκ των προκρίτων του Μεσολογγίου να παρουσιασθώσιν εις αυτούς, φέροντες εις τον λαιμόν μαύρον μανδήλιον και δόσωσι με τας χείρας των πεντήκοντα όπλα, πεντήκοντα ζεύγη πιστολίων και άλλα τόσα ξίφη, ως σημείον υποταγής». Η απόκριση, απλώς η πρέπουσα: «Οι καπεταναίοι της φρουράς του Μεσολογγίου, όταν η ανάγκη το απαιτήση, ή θα παραδόσωσιν μετά των συναγωνιστών των εις τους Βεζύρας τα ξίφη των, ουχί εις θήκας αλλά γυμνά και αχνίζοντα από το αίμα των πολεμίων, ή θα εξέλθωσι μετ’ αυτών ηρωικώς». Και εγένετο Εξοδος.