ΑΠΟΨΕΙΣ

Μια «Ανθοδέσμη» παντός καιρού

Εχει τον τρόπο του ο Σταύρος Ζουμπουλάκης να προσκαλεί τον αναγνώστη σε διαδρομές προσωπικές και να τις μοιράζεται ανοίγοντας μονοπάτια όχι μόνο στη γνώση αλλά και στο συναίσθημα. Το πιο πρόσφατο βιβλίο του που μόλις κυκλοφόρησε έχει τίτλο «Ανθοδέσμη για τη Μεγάλη Εβδομάδα» (εκδ. Αρτος Ζωής), το αφιερώνει στην «ιερή σκιά του πατέρα του», ο οποίος ήταν ψάλτης, και στις 150 σελίδες του αφήνεται σε μια σύνθετη εσωτερική περιπλάνηση. «Εσωτερική», γιατί δεν είναι μόνο η φωνή των παιδικών αναμνήσεων που ακούγεται αλλά και όλη η «χριστιανική» πορεία του και οι αναζητήσεις του μέσα από εκκλησιαστικά κείμενα. Η Μεγάλη Εβδομάδα είναι, εξάλλου, ανεξάντλητη, όπως προλογίζει και ο συγγραφέας. «Συμπυκνώνει όλο σχεδόν τον χριστιανισμό» αλλά και πολλές αναμνήσεις. Το πυκνό και θαλερό αυτό μπουκέτο δεν απευθύνεται αποκλειστικά στους πιστούς «αλλά σε όλους, τους εντός και τους εκτός, τους εγγύς και τους μακράν». Οι ημέρες και οι ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας είναι ο οδηγός του, στέκεται σε δημοφιλή τροπάρια και εγκώμια, τα διαβάζει αλλιώς, με γνώμονα τη συμφιλίωση και την απροϋπόθετη αγάπη που σπάει το σκληρό κέλυφος του εγωισμού. Χωρίς να παραγνωρίζει, βέβαια, τον φόβο και την ελπίδα, που πολλαπλασιάστηκαν με την πανδημία. «Ας συνειδητοποιήσουμε μέσα από το κοινό βίωμα του φόβου πόσο γελοίο είναι κάθε αίσθημα ανθρώπινης παντοδυναμίας», καταλήγει. «Είμαστε τρωτοί και ευάλωτοι. Αυτή η τρωτότητα όμως, όταν την αποδεχτούμε βαθιά μέσα μας, μπορεί να γίνει το θεμέλιο της ανθρώπινης καλοσύνης και αλληλεγγύης». 

Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης ελπίζει ότι αυτό το Πάσχα μπορεί να αποδειχθεί ουσιαστικότερο από τα προηγούμενα, «από εκείνα του τρεχαλητού και του θορύβου». Και μπορεί να αναφέρεται στο Πάσχα του 2020, αλλά σε τι διαφέρει, πραγματικά, από το φετινό; Ο κορωνοϊός μπορεί να μην είναι τόσο άγνωστος όπως πέρυσι, παραμένει όμως απρόβλεπτος. Τα εμβόλια δίνουν μεγάλη ανάσα, αλλά δεν υπόσχονται ούτε κανονικότητα ούτε επιστροφή στις προ COVID-19 εποχές. Η συγγραφική αυτή χειρονομία του Ζουμπουλάκη λειτουργεί αποφρακτικά στη μνήμη και στο συναίσθημα, στην αλληλουχία εικόνων και συνειρμών, συλλογικών και ατομικών. Εξάλλου όλοι, όσοι έχουν και όσοι δεν έχουν σχέση με τον εκκλησιασμό (προσωπικά, καμία), συγκινούνται και κλαίνε στα ίδια πάντα σημεία. Είτε αναγνωρίζει κανείς σε αυτά την υψηλή λογοτεχνική αξία της βυζαντινής εκκλησιαστικής ποίησης είτε πρόκειται για δημοφιλή εγκώμια «άτεχνα, πρόχειρα, φτιαγμένα σχεδόν μηχανικά». Ο Ζουμπουλάκης τα χαρακτηρίζει «εκκλησιαστικά χαϊκού», όπως το τρις ψαλλόμενο «έρραναν τον τάφον αι μυροφόροι μύρα, λίαν πρωί ελθούσαι», τα οποία αρέσουν, όμως όχι για την ποίησή τους, αλλά για τη μουσική τους και για τη συνθήκη μέσα στην οποία αποδίδονται. 

Είναι η «συνθήκη», λοιπόν. Των ημερών αυτών που καταλήγουν στην Ανάσταση και στο Πάσχα, τότε που σπάει η σιωπή και γιορτάζεται, επί της ουσίας, η Λαμπρή άνοιξη, δηλαδή η ζωή. Ο θάνατος δεν σταματάει να είναι παρών. Ερχεται αργά ή γρήγορα, η πανδημία τον επίσπευσε για εκατομμύρια ανθρώπους σε όλον τον πλανήτη. Και είναι ο ιός που ανέδειξε ακόμη περισσότερο τον κόσμο της φθοράς. Η επίγνωση της θνητότητας, «μοναδικό γνώρισμα του ανθρώπου και πηγή της δημιουργικότητάς του», όπως σημειώνει ο συγγραφέας, «δεν μας κάνει από μόνη της καλύτερους ανθρώπους». Μπορεί να αυξήσει κατακόρυφα τον κυνισμό, τον μηδενισμό, την επιθετικότητα. Δεν μας κάνει σοφότερους, εν ολίγοις. Δεν θεμελιώνει ανασύνταξη ή περισσότερη πνευματικότητα. Ούτε «καλοσύνη και αλληλεγγύη», όπως ελπίζει ο συγγραφέας. Η μεγάλη ψυχική αναταραχή, που εντάθηκε με τον κορωνοϊό, δεν μας προετοιμάζει για τα καλύτερα, κανείς δεν μπορεί να αποδιώξει τα δυσάρεστα και δυσοίωνα. Η «Ανθοδέσμη» που μας προσφέρει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης έχει χρώματα προσωπικά, του καθενός που θα το διαβάσει, και αρώματα εσωτερικά. Είναι γεύσεις και επιγεύσεις από πολλά Πάσχα, συγκεντρωμένα, σαν επίτομο αυτοβιογραφικό, με σπαράγματα κειμένων και αισθήσεων, τα οποία, ακόμη κι αν δεν είναι καταγεγραμμένα, φυτρώνουν αθόρυβα στο μυαλό του αναγνώστη. Η Μεγάλη Εβδομάδα του είναι, εξ αφορμής, ημερολογιακή.