ΑΠΟΨΕΙΣ

Η σχέση με τους γείτονες χωρίς συναισθηματισμούς

Η αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων από τον Λευκό Οίκο αποτελεί αδιαμφισβήτητα μια ιστορικού χαρακτήρα πολιτική εξέλιξη, η οποία επιδεινώνει περαιτέρω τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις και συνιστά ξεκάθαρα ένα μήνυμα με αποστολέα τον Τζο Μπάιντεν και αποδέκτη τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και την απόπειρά του να σπρώξει τη χώρα του σε ένα ρόλο ξεκάθαρα μεγαλύτερο από εκείνο που μπορεί. Η συναισθηματική αντίδραση στην Ελλάδα ήταν αναμενόμενη και απολύτως λογική. Οτιδήποτε αφορά την Αγκυρα πάντα μεγεθύνεται στην Ελλάδα και είναι απολύτως φυσιολογικό, καθώς η Τουρκία αποτελεί την πρωταρχική και ποικιλοτρόπως δηλωμένη απειλή για την εθνική ασφάλεια.

Η αντίδραση, βέβαια, μαρτυράει και μια παλιά ψυχολογική κατάσταση, η οποία προκύπτει από την πολυετή εξάρτηση της χώρας σε διάφορα επίπεδα. Εκ των πραγμάτων οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις επηρεάζουν και τα ελληνοτουρκικά. Ωστόσο, η αναβάθμιση των αμερικανοτουρκικών τριβών σε παράγοντα καθορισμού της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής θα συνιστούσε μια λανθασμένη τάση, καθώς δεν εδράζεται παρά σε αναλύσεις περιορισμένης οπτικής γωνίας.

Η Ελλάδα πρέπει, αντιθέτως, να προετοιμάζεται για μια μακρά περίοδο τουρκικής πολιτικής αστάθειας. Από τώρα έως το 2023 ή όποτε άλλοτε επιλέξει ο Ερντογάν να δρομολογήσει εκλογές στην Τουρκία, ο αγοραίος εθνικισμός θα παραμείνει το πλέον σημαντικό νόμισμα, καθώς παρέχει τη δυνατότητα διείσδυσης στις συντηρητικές μερίδες του πληθυσμού. Στη πραγματικότητα, από πλευράς ρητορικής, στη θέση του οδηγού είναι ο ακροδεξιός ρατσιστής Ντεβλέτ Μπαχτσελί και όχι ο Ερντογάν.

Είτε ο Ερντογάν παραμείνει πρόεδρος είτε χάσει (όπως ξεκάθαρα υπονοείται σε σειρά δημοσκοπήσεων), τα αποτελέσματα της εξωτερικής πολιτικής του των τελευταίων πέντε ετών θα παραμείνουν, ιδιαιτέρως το τουρκολιβυκό μνημόνιο, ως προσπάθεια εδραίωσης δικαιωμάτων στα νότια της Κρήτης και της Καρπάθου και η εμπέδωση της παλαιότερης θέσης ότι ανατολικά του 28ου μεσημβρινού η Ελλάδα δεν έχει απολύτως κανένα δικαίωμα. Η πεποίθηση ότι η Ελλάδα πρέπει να κάνει παραχωρήσεις στο ζήτημα της μειονότητας επίσης δεν πρόκειται να αλλάξει.

Η χώρα μας στην πραγματικότητα καλείται να αποκτήσει μια εθνική στρατηγική η οποία θα περιλαμβάνει δύο βασικά χαρακτηριστικά, πέρα φυσικά από συμμαχίες, ευρύτερες και περιφερειακές. Το πρώτο είναι η αμυντική θωράκιση και η δημιουργία συνθηκών ώστε να μη χρειάζεται μια «αγορά του αιώνα» κάθε λίγο, ώστε να επωφελούνται λογής επιτήδειοι. Το δεύτερο είναι η κοπιώδης προσπάθεια αντίληψης του τι ακριβώς συμβαίνει στην Τουρκία, είτε του Ερντογάν είτε του διαδόχου του. Ηδη χάσαμε αρκετά χρόνια θεωρώντας ότι ο Ερντογάν είναι ένας «ήπιος» ισλαμιστής, «πρότυπο» για την περιφέρεια. Ας μη χάσουμε άλλα τόσα με την ψευδαίσθηση ότι οι επόμενοι θα είναι διαφορετικοί ή ότι οι Αμερικανοί «θα μας σώσουν».