ΑΠΟΨΕΙΣ

Ψήφος των αποδήμων: όταν η Αριστερά έλεγε άλλα

Το ζήτημα της ψήφου των Ελλήνων εκλογέων του εξωτερικού ξεκινάει ήδη από το 1975, όταν συζητείτο το Σύνταγμα στην Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή. Μάλιστα, κατά τις συζητήσεις, σύσσωμη η τότε αντιπολίτευση, προεξαρχούσης της τότε Ενωμένης Αριστεράς και ιδιαίτερα του ΚΚΕ, ζητούσε από την τότε κυβερνητική πλειοψηφία της Ν.Δ. η διάταξη του άρθρου 54 παρ. 3 εδ. β΄ Συν, που προέβλεπε για πρώτη φορά στη συνταγματική ιστορία της χώρας τη δυνατότητα νομοθετικής καθιέρωσης της δυνατότητας άσκησης του εκλογικού δικαιώματος στον τόπο κατοικίας των κατοίκων του εξωτερικού, να περιέχει συνταγματική εντολή προς τον κοινό εκλογικό νομοθέτη και όχι απλή ευχέρεια. Στο αίτημα αυτό συμπορεύονταν κορυφαίοι συνταγματολόγοι όπως οι Δ. Τσάτσος και Γ. Παπαδημητρίου.

Το θέμα παρουσίασε μακρά ιστορική διαδρομή από τότε, για να καταλήξουμε σήμερα στην κατάσταση να είναι η Αριστερά εκείνη που αντιτίθεται ή να αποδέχεται με βαριά καρδιά και με την επιβολή περιορισμών την καθιέρωση μιας τέτοιας δυνατότητας, που σημειωτέον δεν συνεπάγεται τη διεύρυνση του εκλογικού σώματος και σε Ελληνες ομογενείς που δεν έχουν την ελληνική ιθαγένεια και δεν είναι εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους.
Ετσι, τα τελευταία χρόνια, τα κόμματα της Αριστεράς και όσοι τους ακολουθούν, για να εξηγήσουν την αντίθεσή τους σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο που είχαν υποστηρίξει διαπρυσίως τις προηγούμενες δεκαετίες, χρησιμοποιούν επιχειρήματα που έχουν γίνει αντικείμενο αποπροσανατολιστικής συζήτησης ότι δήθεν με την καθιέρωση της ψήφου των εκτός επικρατείας εκλογέων θα εγγραφούν νέοι εκλογείς, θα αυξηθεί δυσανάλογα το εκλογικό σώμα με εκλογείς που δεν συνεισφέρουν με την εργασία τους και την πληρωμή φόρων στο εθνικό προϊόν, αδιάφορους για τα ελληνικά τεκταινόμενα, ότι δεν υφίστανται άμεσα τις συνέπειες της ψήφου τους, ότι θα ψηφίζουν Ελληνες ομογενείς ή άτομα ελληνικής καταγωγής μεν, δεύτερης, τρίτης ή και τέταρτης γενιάς αλλά αλλοδαπής ιθαγενείας, που πολύ λίγη έως καθόλου σχέση έχουν με την Ελλάδα, άτομα που ευκαιριακά μπορεί να παίρνουν την ελληνική ιθαγένεια και να εγγράφονται στους εκλογικούς καταλόγους λόγω του «δικαίου του αίματος» που προβλέπει ο Κώδικας Ιθαγένειας κ.τ.ό. Ολα τα ανωτέρω επιχειρήματα είναι αβάσιμα για τους εξής λόγους:

Το επιχείρημα ότι οι Ελληνες πολίτες μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού έχουν στην ολότητά τους μειωμένο ενδιαφέρον για τα ελληνικά πράγματα είναι, αφενός, προσβλητικό και μειωτικό του εθνικού φρονήματος ενός εξόχως δυναμικού ποιοτικά κομματιού του απανταχού ελληνισμού που προσφέρει τα μάλα στο ελληνικό έθνος. Αφετέρου, είναι και για το επίμαχο θέμα μη κρίσιμο όταν πολλοί συμπατριώτες μας κάτοικοι εντός της επικρατείας της χώρας έχουν μειωμένο ή και καθόλου ενδιαφέρον για τη χώρα ή τα κοινά, αποφεύγοντας να ψηφίσουν όχι ως συνειδητή πολιτική επιλογή αλλά από αδιαφορία. Είναι δυνατόν το ενεργό ή μη ενεργό ενδιαφέρον για τα πολιτικά πράγματα να αποτελέσει αντικείμενο χορήγησης του δικαιώματος του εκλέγειν; Για τους ίδιους λόγους δεν μπορεί να αποτελέσει mutatis mutandis λόγο για την παροχή διευκόλυνσης άσκησης του εκλογικού δικαιώματος στο εξωτερικό. Επίσης, και το επιχείρημα ότι, εν πάση περιπτώσει, οι Ελληνες του εσωτερικού θίγονται άμεσα από τις αποφάσεις αυτών που εκλέγουν, τους βουλευτές που συγκροτούν τη Βουλή και την κυβέρνηση που οφείλει να έχει την εμπιστοσύνη της τελευταίας, λίγη σχέση έχει με την πραγματικότητα, διότι οι αποφάσεις κυβέρνησης και Βουλής θίγουν και ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, εθνικών θεμάτων, πολιτισμού, τουρισμού κ.λπ. που αφορούν τις διεθνείς σχέσεις, τη διεθνή εικόνα της χώρας και τις σχέσεις της με άλλα κράτη, θέματα τα οποία αφορούν και την εθνική οικονομία και ενδιαφέρουν άμεσα τους Ελληνες του εξωτερικού, ακόμη και αν δεν έχουν τυπικό οικονομικό δεσμό με τη χώρα ή απουσιάζουν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αλλωστε, οι βουλευτές αντιπροσωπεύουν το έθνος και όχι την εκλογική τους περιφέρεια ούτε μόνο τους εκλογείς εντός της επικρατείας.

Υπό αυτή την έννοια, είναι θετική η νομοθετική πρωτοβουλία του υπ. Εσωτερικών Μ. Βορίδη για κατάργηση των περιορισμών στην άσκηση του εκλογικού δικαιώματος στο εξωτερικό. Οι περιορισμοί αυτοί που προβλέπονται στην ισχύουσα νομοθεσία (άρθρο 2 παρ. 2 Ν. 4648/2019) εκτός του ότι ελέγχονται ως αντισυνταγματικοί είναι άδικοι και υποτιμητικοί, όπως τόνισε η βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ κ. Τζάκρη σε πρόσφατη συνέντευξή της, για μεγάλο μέρος των Ελλήνων του εξωτερικού και κυρίως για τους νέους που μετανάστευσαν τα τελευταία δέκα χρόνια της κρίσης, οι περισσότεροι των οποίων με την παρούσα ρύθμιση δεν μπορούν να ψηφίσουν στον τόπο της κατοικίας τους στο εξωτερικό.
 
* Ο κ. Χαράλαμπος Τσιλιώτης είναι επ. καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.