ΑΠΟΨΕΙΣ

Μα φυσικά και (δεν) νοιαζόμαστε

Ο  ι φωτογραφίες είναι συνήθως πλάτη. Ή είναι καθισμένοι σε αναπηρικό αμαξίδιο που ένας νοσηλευτής το κινεί ή περπατούν κρατώντας μπαστούνι, σέρνοντας τα βήματα σε κάποιον διάδρομο με πόρτες και από τις δύο πλευρές ή ο φακός εστιάζει σε χέρια παραμορφωμένα από αρθρίτιδα, διάστικτα από κηλίδες, με δέρμα τόσο εξουθενωτικά λεπτό ώστε να θυμίζει ακτινογραφία. Οι εικόνες αυτές συνοδεύουν συνήθως θέματα ή ρεπορτάζ, έντυπα ή ηλεκτρονικά, για οίκους ευγηρίας, για μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων. Οι πολλοί θάνατοι που σημειώθηκαν σε ιδιωτικό οίκο ευγηρίας στα Χανιά, μέσα σε διάστημα περίπου ενός έτους, και όλοι από την ίδια αιτία, «ανακοπή», δημιούργησαν ατμόσφαιρα θρίλερ με ψυχολογικές προεκτάσεις. Καταγγελίες, συνεντεύξεις συγγενών των τροφίμων, φρικώδεις αφηγήσεις, αλλά και προσπάθειες ανασκευής των όσων εμφανίζονται ως δεδομένα από την πλευρά των ιδιοκτητών του γηροκομείου, δικηγόροι, εισαγγελείς, ιατροδικαστές, μια συνθήκη που μόνο τρόμο προκαλεί. Και πολλές σκέψεις. Εχοντας την εμπειρία οίκων ευγηρίας στην Αθήνα (δύο άνθρωποι του πολύ στενού περιβάλλοντός μου χρειάστηκε να μεταφερθούν και να τελειώσουν εκεί τη ζωή τους), παρακολούθησα από κοντά λειτουργίες και δυσλειτουργίες, «εκπτώσεις» που κάνει αναπόφευκτα ο καθένας για τον γονιό ή τον συγγενή του, προβλήματα που βαραίνουν (καμιά φορά τα πρακτικά είναι το λιγότερο), τη μελαγχολία που αναδίνουν οι συνάξεις των ηλικιωμένων στους  κοινόχρηστους χώρους – όσο περιποιημένοι και «ειδυλλιακοί» κι αν είναι. Η προσωπική αναφορά μόνο και μόνο για να φανεί ότι οι μηχανισμοί λειτουργίας αυτών των μονάδων δεν μου είναι άγνωστοι. Οπως και οι συνθήκες διαβίωσης, η φαρμακευτική αγωγή, η έγνοια των οικείων αλλά και των διευθύνσεων (είτε πραγματική είτε επικοινωνιακή), ο ιδρυματισμός που αναπτύσσουν μοιραία οι τρόφιμοι. Η σταδιακή αποκοπή από την πραγματικότητα, το βύθισμα, η απόσυρση. Είναι οι μονάδες φροντίδας πάρκινγκ ηλικιωμένων; Και ναι και όχι. Οπως και να ’χει, είναι μάλλον η τελευταία λύση όταν όλες οι άλλες έχουν εξαντληθεί. Τον τελευταίο χρόνο, η πανδημία απομόνωσε πλήρως τους τροφίμους από τις οικογένειές τους, όσοι τουλάχιστον έχουν δικούς τους ανθρώπους. 

Στην πολυσυζητημένη ταινία «I care a lot» (Netflix) του Τζέι Μπλέικσον, η χωρίς κανέναν φραγμό κεντρική ηρωίδα Μάρλα Γκρέισον (Ρόζαμουντ Πάικ) υφαρπάζει την κηδεμονία –και μαζί την περιουσία– από ανθρώπους μεγάλης ηλικίας με ενδείξεις άνοιας. Εχει στήσει μια κομπίνα, με τη στήριξη των Αρχών, υπηρεσιών πρόνοιας και ασφαλώς της διεύθυνσης ενός πολυτελούς οίκου ευγηρίας, απομονώνοντας πλήρως ευκατάστατους ανθρώπους από τους συγγενείς τους και βάζοντας στο χέρι την περιουσία τους. Σε τι διαφέρει άραγε, επί της ουσίας, μια πολυτελέστατη μονάδα φροντίδας από μια μέτρια ή αδιάφορη, όταν η «κακοποίηση» των ηλικιωμένων είναι κοινός τόπος; Και «κακοποίηση» δεν είναι μόνον ο σωματικός τραυματισμός (σε ακραίες περιπτώσεις) ή η παραμέληση. Στην πρώτη σκηνή της ταινίας παρακολουθούμε, σε αργή κίνηση, μια ομάδα από πολύ χαμογελαστούς νοσηλευτές να προσεγγίζουν με τρυφερότητα ηλικιωμένους, παρατεταγμένους μπροστά σε μια οθόνη τηλεόρασης, για να τους «σερβίρουν», με χάρη, τα φάρμακά τους. 

Οι ηλικιωμένοι είναι καλοντυμένοι και περιποιημένοι, το περιβάλλον θυμίζει ξενοδοχείο πεντάστερο, όλα αστράφτουν από καθαριότητα, μια λικνιστική μουσική συνοδεύει τη «χορογραφία», ενώ ακούγεται η φωνή της πρωταγωνίστριας σε έναν μονόλογο εξόχως κυνικό, σε πλήρη αντίστιξη με την εικόνα: «Δύο είδη ανθρώπων υπάρχουν μόνο: αυτοί που παίρνουν και αυτοί που τους τα παίρνουν. Αρπακτικά και θηράματα. Λιοντάρια και αρνάκια. Με λένε Μάρλα Γκρέισον και δεν είμαι αρνάκι». Και οι δύο εκδοχές πραγματικότητας, αυτή που παρακολουθούμε τις τελευταίες ημέρες να εξελίσσεται στα Χανιά και αυτή που καταγράφεται στην ταινία (όσο κι αν υπερισχύει η μυθοπλασία των γεγονότων), υπερβαίνουν την όποια «κανονικότητα». Το έχει περιγράψει αλησμόνητα ο Φίλιπ Ρόθ (στον «Καθένα»): «Τα γηρατειά είναι μια μάχη αδυσώπητη, και τη δίνεις όταν είσαι πιο αδύναμος από ποτέ και πιο ανίκανος από ποτέ να ξαναμπείς στον αγώνα». Σε αυτήν τη μάχη οι ηλικιωμένοι δεν είναι, αυτό που αποκαλούμε, μόνοι. Είναι ασυντρόφευτοι. Γι’ αυτό και εύκολη λεία σε μια αθλιότητα χωρίς τέλος.