ΑΠΟΨΕΙΣ

Η μνήμη, κριτής ζωής

Διάβαζα το βιβλίο του δημοσιογράφου Νίκου Μπακουνάκη με τον ευφάνταστο τίτλο «Οταν έπεσα στο μελανοδοχείο», όταν ανακοινώθηκε η είδηση του θανάτου του Μίμη Παπαναγιώτου σε ηλικία 94 χρονών. Ο δεύτερος, διευθυντής της «Καθημερινής» από το 1974 έως το 1990 (επί των ημερών του προσελήφθην κι εγώ στην εφημερίδα, το 1987), έχει μια απόσταση 30 χρόνων από τον πρώτο. Με τον Νίκο Μπακουνάκη ανήκουμε στην ίδια γενιά δημοσιογραφικά, έχει αφήσει το αποτύπωμά του (και) με το ένθετο «Βιβλία» στο «Βήμα» της Κυριακής, το οποίο εμπνεύστηκε, δημιούργησε και διηύθυνε από το 1997 έως το 2018. Διδάσκει εδώ και πολλά χρόνια στο Πάντειο (Πρακτική της Δημοσιογραφίας και Τεχνικές Αφήγησης), παραμένει ενεργός και δραστήριος. Μέσα από τα –ας τα ονομάσουμε εν συντομία– «απομνημονεύματά του», κάνει ένα ταξίδι εξαντλητικής οργάνωσης (κρατούσε, συστηματικά, ταξινομημένες σημειώσεις), μεγάλου εύρους, αναμειγνύοντας πρόσωπα της «δουλειάς», σπουδαίους συγγραφείς που συνάντησε, σκέψεις πάνω στην ιστορία του Τύπου, στην εξέλιξή του, στη σημερινή δυναμική αλλά και στα πολλά αδιέξοδά του. Μέσα από μια μεστή και στοχαστική δημοσιογραφική σταδιοδρομία, οικοδομεί εποχές και τάσεις, επισημαίνει λάθη και ολισθήματα, συνθέτει ένα προσωπικό αφήγημα μέσα από πολλές παράλληλες πληροφορίες, γεγονότα, συμβάντα από τον ελληνικό και τον διεθνή Τύπο. Είναι το βιβλίο ενός «αναγνώστη» και εξερευνητή του βιβλίου, του εντύπου εν γένει, και μου άρεσε πολύ που διάβασα στον επίλογο ότι θεωρεί ακόμη(;) τις εφημερίδες «θερμοκήπια μυθιστορηματικών σπόρων». «Οι ιστορίες τους είναι συμπυκνωμένα μυθιστορήματα», γράφει. 

Ο Μίμης Παπαναγιώτου είχε μακρά και πλούσια διαδρομή σε επιτελικές θέσεις. Κρατώ την ανάμνηση ενός εξαιρετικά ευγενούς, ευαίσθητου ανθρώπου, χαμηλών τόνων και υψηλού επαγγελματισμού, που εξιστόρησε σε άρθρα και βιβλία του τη μεγάλη δημοσιογραφική περιπέτεια. Αφοσιωμένου από τα 18 του (ήταν γεννημένος το 1927) στη δημοσιογραφία, το «επάγγελμα της δημιουργικής ατομικής μοναξιάς και της εύφορης συλλογικότητας», όπως είχε πει. 

Οι ηλικίες –και η πανδημία– καλούν σε απολογισμούς και ανακεφαλαιώσεις. Πολλές διαδρομές, συγγενείς και ετερόκλιτες, συναπαρτίζουν εξάλλου τις εποχές. Σκόρπιες σημειώσεις, με σκληρό ή μαλακό εξώφυλλο, ή χωρίς εξώφυλλο. Σελίδες προχειρογραμμένες, post-it, οποιαδήποτε επιφάνεια προσφέρεται για να στριμώξει κανείς μια φράση, μια πληροφορία, μια σκέψη δική του ή δάνεια. Μέσα στις δεκαετίες, έχουν αλλάξει πολλά –σχεδόν όλα–, ο μετασχηματισμός του Τύπου είναι σε εξέλιξη, δεν χωρούν ούτε νοσταλγίες ούτε δραματικοί τόνοι. Το βέβαιο είναι ότι η δημοσιογραφία παραμένει το «επάγγελμα της δημιουργικής μοναξιάς», ουδόλως όμως πια της «εύφορης συλλογικότητας». Ο,τι κι αν αλλάξει όμως, οι εφημερίδες με γερά θεμέλια στον χρόνο και στην κοινωνία, που σέβονται το κοινό τους, διατηρούν διαρκώς τροφοδοτούμενη την επιθυμία της ανάγνωσης. Τα κείμενα/άρθρα/ερευνητικά ρεπορτάζ που είναι εν δυνάμει «μυθιστορηματικοί σπόροι». Η ικανότητα να πεις, σε περιορισμένο χώρο και χρόνο –για το έντυπο μιλάμε πάντα– μια «ιστορία», είτε αφορά την πολιτική, είτε την τέχνη, είτε κάποιο πρόσωπο, είτε γεγονός. Να βρεις τις λέξεις εκείνες, γενναιόδωρες, ακριβείς και με συνεκδοχές, που θα ανοίξουν στον αναγνώστη κόσμους εσωτερικούς, θα μεταφέρουν εικόνες και σκέψεις από άλλες περιοχές και πρόσωπα, που κατοικούν σε διαφορετικά μήκη και πλάτη. «Κατοικούν» κυριολεκτικά και συμβολικά. 

Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από το βιβλίο «Πέμπτη εποχή» του Μίμη Παπαναγιώτου (σελ. 156). Παρότι έρχεται από το μακρινό 1995, εξακολουθεί να «κατοικεί» στο σήμερα: «Η μνήμη μοιάζει συχνά με κινηματογραφική ταινία χωρίς μηχανή προβολής, αυτοπροβάλλεται, γι’ αυτό καθένας έχει την αποκλειστικά δική του ταινία, με πολλές ή λίγες εγγραφές, ζωντανές, έντονες, σκιώδεις, κακοτυπωμένες, που δεν αντέχουν στον χρόνο και σβήνουν, όχι σπάνια η αυτοπροβολή κολλάει σε επίμονα στοπ καρέ, σε εικόνες ευπρόσδεκτες ή εφιαλτικές, ακόμη και σε άλλες που πίστευες πως τις έχεις σβήσει με τη γομολάστιχα της υποκειμενικής επιλογής, αλλά ξανάρχονται φρεσκοτυπωμένες, γίνεται τότε η μνήμη κριτής ζωής, σου κρατάει αμείλικτες αποδείξεις».